Ετικέτες

Δευτέρα 23 Ιουλίου 2012

ΤΟ ΑΛΕΞΙΠΤΩΤΟ ΤΗΣ ΑΝΤΙΒΑΡΥΤΗΤΑΣ

Η νέα ονειρική μου ανακάλυψη
είναι ένα αλεξίπτωτο που λειτουργεί
σε συνθήκες αντιβαρύτητας.
Όποιος το φοράει μπορεί
όταν πάει να πέσει, να σηκωθεί
απότομα προς τα πάνω.
Έτσι λειτουργεί, από πάντα.
Μόνη σημαντική λεπτομέρεια,
ο διακόπτης στο δεξί ιμάντα. 
Α - Β. Αντιβαρύτητα - Βαρύτητα.
Πολλοί μπερδεύτηκαν στο παρελθόν, 
με ολέθρια αποτελέσματα.

Τετάρτη 11 Ιουλίου 2012

Τ Ι Π Ο Τ Α


Τελευταία διαπιστώνω ότι ουσιαστικά δεν μπορώ να γράψω για τίποτα. Μόνο ποίηση, κι αυτή όποτε θελήσει η ίδια. Δεν έχω κάποια αξιόλογη ιστορία να διηγηθώ. Πέθανα σαν συγγραφέας πριν ακόμη γεννηθώ. Σκέφτομαι και αποφασίζω να μιλήσω για το τίποτα. Νομίζω το δικαιούμαι μιας και νομίζω ότι κατέχω καλά το θέμα. Κατ’ αρχήν, τι είναι το τίποτα. Υπάρχουν δύο ειδών τίποτα. Το τίποτα σαν ανάμνηση από κάτι που υπήρξε και το άλλο, το τίποτα. Δηλαδή που ήταν ανέκαθεν τίποτα. Το πρώτο τίποτα μπορεί κανείς να το περιγράψει. Είναι άλλοτε ανάμνηση, άλλοτε μια εικόνα στο εικονοστάσι μας. Το άλλο τίποτα είναι κάτι που δεν υπήρξε ποτέ. Δεν το ξέρουμε. Όμως και δω υπάρχει διαχωρισμός. Υπάρχει το τίποτα που το βλέπουμε σαν τίποτα γιατί είναι κρυμμένο κάπου. Αλλά υπάρχει. Σαν ένα δίπλωμα στο χωροχρόνο που περιμένει κάποιον να το τεντώσει. Περιμένει να το ανακαλύψουμε. Είναι νοητικά τουλάχιστον απτό. Και το άλλο τίποτα, που απλά δεν υπάρχει. Στον κόσμο αυτών που υπάρχουν. Γιατί αν υπάρχει και ένας κόσμος που δεν υπάρχει, τότε αλλάζουν τα πράγματα. Επανέρχομαι. Θα ήθελα να πω για μια οικογένεια αρμένηδων που έμενε δίπλα στο διαμέρισμα της θείας μου, αδερφή της μάνας μου. Σε μια παλιά πολυκατοικία στη Βενιζέλου. Στον κάτω όροφο έμενε μια γυναίκα με δυο γιους που χήρεψε. Μάλλον μικρή. Μετά δούλευε το κρεοπωλείο του άντρα της. Στο σπίτι της θείας μου, στον πέμπτο όροφο, έβγαινα στο μπαλκόνι και έφτυνα κάτω στο πεζοδρόμιο. Παρατηρούσα την διαδρομή του σάλιου. Επιστημονικές παρατηρήσεις ενός μικρού παιδιού. Δυο οικοδομές πέρα από το κρεοπωλείο, στην άλλη γωνία, οδός Φιλίππου, ήταν το ιατρείο του πεθερού μου. Ο άντρας της θειάς μου ήταν κι αυτός κρεοπώλης. Στο Μοδιάνο. Σ’ αυτό το κρεοπωλείο δούλευε ο Τρύφωνας. Ο μπαμπάς του μας έφερνε το γάλα στη γειτονιά που έμενα. Με τρίκυκλο, σαν αυτό που σκότωσαν τον Λαμπράκη. Τα γάλατα, σε γυάλινα μπουκάλια, μετά σε πλαστικά, πάντα Αγνό. Τα σκέπαζε με ένα κομμάτι ύφασμα σα τσουβάλι. Αργότερα σε μια έκθεση του Κουνέλη στον Πειραιά, μέσα σε ένα σκουριασμένο πλοίο, είδα αυτόν τον τύπο του υφάσματος, πρώτη ύλη για τις κατασκευές του καλλιτέχνη. Εντυπωσιακό το εσωτερικό του σκουριασμένου πλοίου. Στο ενημερωτικό της έκθεσης διάβασα ότι μετά τον εμφύλιο έζησε στη Σιβηρία και ντυνόταν με τέτοια υφάσματα. Γυρίζω πίσω. Ο Τρύφωνας είχε έναν αδερφό που έβαφε σπίτια. Έβαψε και το σπίτι μας μερικές φορές. Μετά μεγάλωσα και έμαθα να το βάφω εγώ. Βέβαια μέχρι να μάθω να βάφω καλά έκανα λάθη. Τώρα νομίζω ότι είμαι πολύ καλός. Ο κόσμος που περιείχε τον γαλατά, τους γιούς του και το τρίκυκλο έφυγε από τη ζωή μου μάλλον οριστικά. Αλλά ποτέ δεν ξέρεις τα παιχνίδια της μοίρας. Προχωρώ. Αν ήταν να γράψω, τι θα έγραφα. Τι κόσμο θα έπλαθα. Κάτι που ξέρω ή κάτι φανταστικό. Στα όνειρά μου βλέπω διάφορα. Ένα μοτίβο, που μπορώ να πω ότι μ’ αρέσει, είναι επιστημονικής φαντασίας. Υποκλέπτω δεδομένα από δίκτυα με διάφορους τρόπους. Έχω ανακαλύψει, στο όνειρο που έρχεται και ξανάρχεται, ότι τα καλώδια μεταφοράς ρεύματος, επαγωγικά, δημιουργούν ένα αντίστοιχο ρεύμα – καθρέφτισμα από τα καλώδια μεταφοράς δεδομένων. Αυτό λοιπόν το καθρέφτισμα έχω βρει τον τρόπο να το επανακτήσω από απόσταση. Δεύτερη περίπτωση. Δίκτυο συλλογής πληροφοριών από παντού και για τα πάντα μέσω: εντόμων και πουλιών. Τα όνειρα μου δίνουν μεγάλες δυνατότητες. Βέβαια τα όνειρα είναι συνήθως εκπλήρωση κρυφών επιθυμιών. Παλιότερα τα όνειρά μου ήταν περισσότερο εφιάλτες ή καλύτερα αγχωτικά. Προσπάθεια να πετάξω ή προσπάθεια να βγω έξω από σήραγγες και λαγούμια. Στο σπίτι μας είχαμε υπόγειο στο ένα δωμάτιο. Η είσοδος ήταν κάτω από το κρεβάτι μου. Μια καταπακτή. Παλιά το υπόγειο αυτό ήταν γεμάτο πράγματα. Τώρα το άδειασα. Μια ιστορία θα ήταν, μάλλον παιδική, για ένα αγόρι και έναν φανταστικό φίλο του, κάποιο απόκοσμο ον, που ζει κάτω από κρεβάτι του. Αυτός ο κόσμος σε ποια κατηγορία τίποτα ανήκει δεν ξέρω.
Παλιότερα με απασχολούσε πολύ τι είναι το τίποτα με την έννοια ότι είναι κάτι αντίθετο με το υπαρκτό. Κάποια βραδιά, μετά από οινοποσία, πολλά χρόνια πριν, είπα σε κάποια ότι το μόνο που έχουμε στη ζωή είναι το σώμα μας. Και της άρεσε. Μπορώ να πω ότι μιλάω πολύ, ιδιαίτερα όταν πιώ λιγάκι. Το μεθύσι όμως δεν μ’ αρέσει. Επανέρχομαι στην ποίηση.