Ετικέτες

Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2019

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ


Ημέρα 1. 
Διαβάζω στα γρήγορα κείμενα άλλων και προσπαθώ να καταλάβω τον ειρμό τους. Πώς πάνε παρακάτω την ιστορία. Γιατί χρησιμοποιούν τις συγκεκριμένες λέξεις. Τα περισσότερα που διαβάζω είναι μεταφράσεις στα ελληνικά, οπότε θα έλεγα ότι στον τομέα αυτόν ελάχιστα κερδίζω. Ο συγγραφέας δεν γράφει έτσι. Δεν γράφει αυτό που διαβάζω.
Ένας άνδρας πεθαίνει. Καθώς πεθαίνει αισθάνεται τον εαυτό του να απομακρύνεται από τον χώρο που βρίσκεται. Είναι δωμάτιο νοσοκομείου, πεδίο μάχης, κρεβατοκάμαρα, δεν ξέρω. Απομακρύνεται από τα γεγονότα, τις εικόνες, τους  ανθρώπους, καθώς όλα γύρω μαυρίζουν και ασπρίζουν ταυτόχρονα. Έρχονται στο νου του περιστατικά της ζωής του. Εικόνες της παιδικής ηλικίας, όπου έβλεπε στο ύψος των ματιών του, φουστάνια και παντελόνια, σπανίως πόδια. Πόδια ανθρώπων, οικείων, περαστικών αλλά και πόδια τραπεζιών, σκαλιστά περασμένα με μαύρο γυαλιστερό βερνίκι. Θυμάται τα παντελόνι, τα μάλλινα υφάσματα. Αλλά και μάλλινα παλτά, καμπαρντίνες. Άλλα τραχιά αλλά μαλακά στην αφή. Ξύλινα πλαίσια βιτρινών και μέσα σκονισμένα προϊόντα . Θυμάται τα πόδια του όταν παιδί περπατούσε. Κυκλοφορούσε συχνά σκυφτός, έχοντας ίσως από μικρός μια τάση για ενδοσκόπηση, εσωτερική παρατήρηση. Αργότερα, στο γυμνάσιο, του άρεσε η έκφραση μονήρης αμαρτία που την άκουσε από κάποιον φιλόλογο στο μάθημα των Νέων Ελληνικών.
Όλα στη ζωή δεν είναι λογοτεχνία. Η συγγραφή μπορεί να είναι και φιλοσοφία ή καταγραφή των εντυπώσεων της ζωής. Κάτι σαν ημερολόγιο, παρατηρήσεις για όσα συμβαίνουν ή για όσα συνέβησαν, προσπάθεια να ξαναγραφούν όλα απ’ την αρχή. Διόρθωση της ροής του χρόνου και τέτοια. Όσο αυτό είναι εφικτό, στο μέτρο που ξέρουμε στα σίγουρα τι συνέβη, τι μας συμβαίνει.  
Αυτός είχε την ικανότητα να αναλύει τα γεγονότα, τις συμπεριφορές, τα συναισθήματα κατακερματίζοντάς τα σε βασικά δομικά στοιχεία. Μικρά τουβλάκια, σαν παιδικό παιχνίδι, ώστε τα τεκταινόμενα να θυμίζουν μεγάλες κατασκευές, κατάλληλες για μουσεία, παιδικές χαρές, πάρκα όπου οι οικογένειες διασκεδάζουν, είναι μαζί.
Όχι δεν είναι πάσα για να μιλήσω για την οικογένειά του. Παραδόξως δεν αισθανόταν ότι είχε οικογένεια. Δηλαδή έβλεπε τον εαυτό του αυθύπαρκτο, κάτι που νομοτελειακά θα συνέβαινε την δεδομένη χρονική περίοδο. Μικρός είχε την αίσθηση του σκοπού, της αποστολής. Η ζωή του φάνταζε να έχει ένα νόημα και ο ίδιος το είχε καταλάβει. Αυτό του άρεσε. Από που προκύπτει αυτό δεν ξέρω. Ουσιαστικά δεν ξέρω την αιτία της φλυαρίας μου. Επανέρχομαι, δηλαδή δεν μπορώ να το δικαιολογήσω. Πως ένα μικρό παιδί να έχει την αίσθηση μιας αποστολής στη ζωή. Μια αίσθηση καθήκοντος και σκοπού. Κάποιος θα έλεγε ότι ήταν μια επινόηση του παιδιού να ξεφύγει ίσως από τις κακές συνθήκες στις οποίες ζούσε. Μια ασπίδα, ένα τείχος προστασίας που ο ίδιος ύψωνε γύρω του, μια ψευδαίσθηση παντοδυναμίας.
Η αλήθεια είναι οτι μεγάλωνε σε ένα φτωχικό σπίτι. Του έλλειπαν κάποια υλικά πράγματα, τα οποία έβλεπε να υπάρχουν σε άλλα σπίτια, να τα έχουν άλλα παιδιά. Θα έλεγε κανείς οτι ζήλευε. Ναι, μάλλον ζήλευε. Όμως αυτός είχε την αποστολή του, χωρίς να ξέρει ποιά ήταν αυτή. Κατά μια έννοια η αίσθηση μιας αποστολής, ενός σκοπού είναι η χάραξη ενός μονοπατιού σε πυκνό δάσος του μέλλοντος, του χρόνου που έρχεται.  Μονοπάτι που τα πολλά περπατήματα ίσως το κάνουν δρόμο. Στρώσιμο ενός χαλιού μπροστά. Μια αίσθηση ασφάλειας και οικείου.
Την ώρα του θανάτου δεν αισθανόταν καθόλου έτσι. Αλλά αυτό είναι κάτι άλλο, άλλης τάξεως. Γιατί όπως και να είναι, έτσι είναι. Όπως είναι. Και είναι τώρα. Αμέσως μετά ήταν κι αυτό δεν αλλάζει. Επομένως δεν έχει σημασία τι δεν έκανα καλά, σκέφτηκε. Βλέποντας τα πάντα να απομακρύνονται και τον ίδιο να μπαίνει σε μια γλυκιά, γυάλινη ακινησία. Απουσία χρόνου και σκοπού. Τίποτα.
Αυτό θα μπορούσε να είναι ένα όνειρο του ήρωα στην ενήλικη πλέον ζωή του. Καλοκαίρι, μια εποχή πριν την μαζική τοποθέτηση κλιματιστικών στα σπίτια. Εποχή που το καλοκαίρι ίδρωναν πολύ. Τι είχε γίνει η αίσθηση σκοπού την εποχή εκείνη. Και εγώ, ο γράφων, πόσες φορές ακόμη θα μπορέσω να σώσω την πλοκή, τη δυνατότητα να πάω παρακάτω, να γράψω κάτι ακόμα.
Κάποτε είχε μια αίσθηση μια αίσθηση ότι στη ζωή απλώς μεταθέτουμε για το μέλλον τις απαντήσεις για τα βασικά ερωτήματα. Της ζωής. Το μοτίβο αυτό θα μπορούσε να έχει εφαρμογή και στην κοινωνία. Η ορμή της ζωής, η αδράνεια του παρελθόντος, το βέλος προς τα εμπρός στο μετά του χρόνου τι νόημα έχει; Απλώς υπάρχει, ή ψάχνει να συναντήσει ένα τέλος, μια ολοκλήρωση, μια τακτοποίηση, ή από την άλλη, το πλήρες χάος, την πλήρη καταστροφή, το μια ώρα αρχύτερα, την ανυπαρξία. Μια επιστροφή στις ρίζες κατά μια έννοια.

Ημέρα 2.
Καρφώνεται στο νου μου η φράση, του διαβόλου το κιτάπι. Αν κάποιος θα είχε κιτάπι, σκέφτομαι, αυτός θα ήταν ο Θεός. Αυτός, σε αυτόν καλύτερα, έχουμε προσδώσει ιδιότητες όπως αυτή του καταγραφέα, του ελεγκτή, του κανονιστή, του αρχιτέκτονα του σύμπαντος. Ο διάβολος κάνει ότι κάνει, μάλλον χωρίς πρόγραμμα, όπως τύχει, όπου τύχει και σε όποιον τύχει. Τύχη δεν υπάρχει. Αυτό όμως είναι ένα άλλο θέμα. Σε αντίθεση με την αρχική φράση, θα προτιμούσα μια φράση όπως του διαβόλου το τηγάνι ή του διαβόλου το πηγάδι. Εξηγούμαι. Το τηγάνι σαν σκεύος είναι λιγότερο οικογενειακό σε αντίθεση με την κατσαρόλα ή το ταψί. Αν ο διάβολος έχει σχέδιο, σχέδιο να μας καταστρέψει, θα μας τάιζε όλη μέρα τηγανιτά φαντάζομαι. Το τηγάνι είναι το σκεύος του εργένη, της ταβέρνας του εύκολου φαγητού. Του διαβόλου θα του πήγαινε γάντι.
Το πηγάδι τώρα. Κατ’ αρχήν είναι κάτω. Δηλαδή πιο κάτω από όπου συνήθως κινούμαστε. Είναι σκοτεινό και επικίνδυνο. Κάτω κόσμος. Με την ευρύτερη έννοια διαβολικό. Το πηγάδι βέβαια πάντα υπακούει σε κάποιους κανόνες. Είναι μερικώς προβλέψιμο. Ως προς τη γεωμετρία του τουλάχιστον. Εκτός αν είναι ένα πηγάδι παλιό, μισοκατεστραμένο, παρατημένο, με πλαϊνές τρύπες. Με δίοδο σε παρακείμενους ασύλητους τάφους που προϋπήρχαν της κατασκευής του και ούτω καθεξής.
Ένα τηγάνι λοιπόν, μπορεί να πει κάτι περισσότερο για τους ανθρώπους. Για τις σχέσεις τους ή τις συνήθειές τους, που με τη σειρά τους θα λένε ή θα υπονοούν άλλα πράγματα. Η λειτουργία του συνειρμού. Το πηγάδι είναι αφορμή να μιλήσει κάποιος για τόπους, για μέρη όπου συμβαίνουν ή συνέβησαν απαίσια πράγματα σε αθώους ή όχι ανθρώπους. Ατυχήματα, οικογενειακές τραγωδίες, πόνος.
Ο ήρωάς μου θυμάται, στην εξέλιξη της ιστορίας, ότι το Πυθαγόρειο της Σάμου παλαιότερα λεγόταν Τηγάνι, γεγονός που εν μέρει καταρρίπτει την θεωρία ότι το τηγάνι δεν είναι αφορμή για να μιλήσει κάποιος για τόπους. Όπως το πηγάδι.
Ο ήρωας, αυτός που θα πάει την ιστορία μπροστά στο χρόνο, ενίοτε και πίσω, ο συγκεκριμένος, είναι αυτό που λέμε καλό παιδί. Κάποτε του το είπαν και δεν του άρεσε. Τι πιθανότητες έχει ένα καλό παιδί να είναι ο ήρωας μιας καλής ιστορίας. Ο πρωταγωνιστής. Μάλλον λίγες. Άρα η λύση αυτή, αν μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοια, εγκαταλείπεται. Ο ήρωας δεν είναι καλό παιδί. Καλύτερα, έχει πολλά κακά, έχει τις κακές του στιγμές και τις κακές του περιόδους. Τώρα και στο παρελθόν. Όταν ο χρόνος του ρήματος αλλάζει και από ενεστώτας γίνεται αόριστος, παρακείμενος, υπερσυντέλικος. Έχει ένοχα μυστικά. Καλά κρυμμένα στις πτυχώσεις, τις δίπλες του χρόνου, της μνήμης, που άλλοτε μοιάζει με καλά τυλιγμένο χαλί και άλλες φορές σαν πατσβουρόπιτα ή στριφτή πίτα ή άπλυτο ρούχο που πετάχτηκε βιαστικά στον κάδο. Στον κάδο με τα άπλυτα. Εκεί που τα ρούχα και τα υπόλοιπα περιμένουν τη σειρά τους για πλύσιμο. Και μετά σίδερο και επιστροφή στην κανονικότητα. Την κανονικότητα των ρούχων και των υφασμάτων. Σκέφτομαι αν υπάρχει αντίστοιχη διαδικασία στη μνήμη, τη συνολική λειτουργία της, που μπορεί κάποιος να πει ότι μοιάζει στο πλύσιμο. Ειδικότερα στο πλύσιμο στο χέρι, διαδικασία που έχει τουλάχιστον μεγαλύτερη ιστορία, δεδομένου ότι το πλυντήριο είναι σχετικά καινούργια εφεύρεση.
Θέμα προς διερεύνηση, ίσως, ο τρόπος γραφής μου. Γιατί γράφω έτσι; Μήπως γιατί ανακαλύφθηκε το πλυντήριο. Και το πλυντήριο. Όπως και πολλά άλλα. Μηχανήματα, συσκευές, ουσίες και διαδικασίες. Μια κανονική ιστορία τι θα είχε να πει. Οι ιστορίες που γράφουμε τις έχουμε συνήθως ζήσει. Ή τις έχουμε δει να εξελίσσονται δίπλα μας. Σε γείτονες, φίλους, συγγενείς, συναδέλφους ή σε άλλους, πιο πέρα από μας. Αφορούν τον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο.
Θα κρατήσω αυτά για το χρόνο της ιστορίας. Ο χρόνος είναι μια γοητευτική έννοια, μαζί με τη βαρύτητα Σημειωτέον ότι η βαρύτητα υπάρχει και εντός των πηγαδιών, όπου συνεχίζει κανείς να πέφτει μέχρι να βρει πάτο. Αντιλαμβάνομαι ότι ο άνθρωπος, όπως και τα ζώα εκτός των πουλιών, απαλλάσσεται του βραχνά της βαρύτητας όταν κολυμπά. Δηλαδή θα μπορούσε κανείς να πει οτι οι άνθρωποι, τουλάχιστον στον κόσμο όπως τον ξέρουμε, κολυμπούν όχι για κάποιον άλλο λόγο, αλλά για να απαλλαγούν, έστω και πρόσκαιρα, παροδικά, από αυτόν τον βραχνά, την υποχρέωση απέναντι στους φυσικούς νόμους, που γενικά ονομάζουμε βαρύτητα. Η αλήθεια είναι ότι προσωπικά δεν έχω νοιώσει κάτι ιδιαίτερο όταν κολυμπώ, ούτε έχω συνδέσει το κολύμπι με κάτι αφύσικο ή υπερφυσικό ή απόκοσμο. Ο ήρωάς μου λοιπόν θα μπορούσε να έχει ανακαλύψει κάτι στο κολύμπι, στη διαδικασία, που να είναι ολοφάνερο αλλά κανείς ποτέ δεν μίλησε γι’ αυτό. Γιατί δεν το είδε, δεν το ένοιωσε. Ή ο ήρωας να ανήκει σε μια σπάνια κατηγορία ανθρώπων που έχουν αυτήν την ικανότητα.
Η ιστορία λοιπόν ξεκινάει καλοκαίρι. Δεδομένο.

Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2019

ΒΡΑΔΙΝΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ.


Είχε πατήσει τα πενήντα. Δεν είχε πλέον ενοχές όταν καθόταν στο λεωφορείο και γυναίκες μεγαλύτερές του στέκονταν δίπλα του βλέποντάς τον στα μάτια. Ζητώντας του βουβά να σηκωθεί. Με σακούλες ή καρότσια στα χέρια.  Γεμάτα ψώνια ή άλλα υπάρχοντα. Αφορμές να κατέβουν στο κέντρο. Πριν χαθεί οριστικά το κέντρο. Της νιότης τους. Όπου σαν έφηβες πήγαιναν φροντιστήριο. Μετά για παγωτό ίσως ή για να χαζέψουν τις βιτρίνες, με βιβλία και τετράδια στα χέρια. Αργά το απόγευμα, έχοντας βραδιάσει, κυρίως το χειμώνα όταν οι αναμνήσεις είναι πιο έντονες. Τις βροχερές μέρες, με τους βρεγμένους δρόμους και τα πεζοδρόμια να αντανακλούν φώτα και  χρώματα. Σε αντίθεση με τους χωματόδρομους όπου η αντανάκλαση υπάρχει μόνο στις λακκούβες που μαζεύουν νερό και συνήθως εκεί δεν υπάρχουν ούτε φώτα ούτε χρώματα. Μακριά από το κέντρο.
Προσπάθησε να διώξει από τη σκέψη του τις εικόνες αυτές. Καθισμένος στη θέση του το κορμί του χαλάρωνε και προσπαθούσε το ίδιο να κάνει με το μυαλό του. Το οπτικό του πεδίο, που συνέπιπτε ως ένα βαθμό με το μυαλό του. Γιατί όπως γνώριζε πλέον, ήταν ένας άνθρωπος που σκεφτόταν με εικόνες. Με ότι έβλεπε. Παλιότερα οι θέσεις στα λεωφορεία έβλεπαν μόνο μπροστά. Αργότερα προστέθηκαν και μερικές όπου βλέπουν ανάποδα. Την εποχή λίγο πριν τα καθίσματα αποκτήσουν πάνινο κάλυμμα. Οι άνθρωποι των λεωφορείων ανακάλυψαν τότε μια άλλη οπτική των πραγμάτων. Κάποιοι απ’ αυτούς. Οι άλλοι συνέχιζαν να είναι οι παλιοί εαυτοί τους, βλέποντας απλώς τα τοπία να απομακρύνονται. Κάπως έτσι ανέπτυξε, καλύτερα ξεκίνησε μια θεωρία για τους δύο τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι βλέπουν το χρόνο. Κομμάτια του χρόνου, παρελθόν και μέλλον. Όχι ακριβώς κομμάτια, αλλά οπτικές. Τον χρόνο τον βλέπουμε ως κάτι που έρχεται, όπως όταν κάποιος κάθεται σε μια θέση που βλέπει προς τα μπροστά ή σαν κάτι που φεύγει, καθισμένος ανάποδα. Η πρώτη περίπτωση μπορεί να θεωρηθεί ως μία στάση αισιόδοξη, θετική, ακόμη και δυναμική. Η προσμονή του μέλλοντος. Η άλλη έχει ένα χαρακτήρα μελαγχολικό, απώλειας και παραίτησης.  Τις φορές που κάποιος έχει τη δυνατότητα να διαλέξει αν θα καθίσει με το βλέμμα μπροστά ή πίσω, η τελική επιλογή του κάτι σημαίνει. Για το χαρακτήρα του, που μάλλον είναι μια μόνιμη ιδιότητα ή τείνει προς τη μονιμότητα. Αν το συμπέρασμα του παρατηρητή είναι σωστό. Αν ο παρατηρητής μπορεί να μιλήσει για τον εαυτό του.
Βλέποντας την πόρτα να κλείνει και την στάση να απομακρύνεται έστρεψε το βλέμμα στο βάθος του διαδρόμου.

Τετάρτη 29 Μαΐου 2019

ΤΡΑΠΕΖΑΚΙ - ΑΝΑΚΑΤΑΣΚΕΥΗ

Το project, ένα τραπεζάκι ΙΚΕΑ (παλιότερο σχέδιο, που δεν κυκλοφορεί πλέον) που το βρήκα ξεχαρβαλωμένο, με σκεβρωμένη την πάνω επιφάνεια. Πιθανότατα επειδή το επιπλάκι βρισκόταν για πολύ καιρό σε εξωτερικό περιβάλλον, υγρασία, χωρίς συντήρηση.

Δυστυχώς, και στην περίπτωση αυτή δεν έχω φωτογραφίες από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας αποκατάστασης - κατασκευής.

Τα πόδια, στο κάτω μέρος είχαν σχεδόν σαπίσει από τα νερά. Γι αυτό κόπηκαν ομοιόμορφα, περίπου 7 cm, μέχρι το υγιές ξύλο.

Το πάνω μέρος επειδή σκέβρωσε, το πέταξα. Χρησιμοποίησα ένα αντίστοιχο σπασμένο κομμάτι από καρέκλα ΙΚΕΑ (μοντέλο: JOKKMOKK), το οποίο αφού κολλήθηκε, κόπηκε στις επιθυμητές διαστάσεις.

Το  τραπεζάκι είχε βερνικωθεί ανομοιόμορφα με σκούρο βερνίκι και είχε γίνει μια αποτυχημένη προσπάθεια να κολληθούν τα στοιχεία του. Επομένως αποσύνδεσα όλα τα κομμάτια (ήταν εύκολο) και τα έτριψα καλά με γυαλόχαρτο στο χέρι. Από το πολύ τρίψιμο, έβγαλα για πρώτη φορά φουσκάλα στον αντίχειρα.

Χρησιμοποιήθηκε ξυλόκολλα και αρκετές βίδες. Η πάνω επιφάνεια περάστηκε με βερνίκι πολυουρεθάνης, όπως και οι βάσεις των ποδιών (σε ύψος 5 cm), ενώ το υπόλοιπο με danish oil της WATCO.


Όπως φάνηκε παραπάνω, εσωτερικά χρησιμοποίησα 4 ξύλινες γωνιές (υπόλοιπα από παλιά κατασκευή) για ενίσχυση, που σχημάτισαν ένα μικρό τετράγωνο.

Με το τρίψιμο και το danish oil, ζωήρεψε το χρώμα του ξύλου.

Τέλος, μπήκε ο γνωστός λογότυπος, με μαύρο spray, πάνω από το βερνίκι, με τη χρήση stencil που κατασκευάστηκε δε τρισδιάστατο εκτυπωτή. Διαστάσεις: 34 Χ 34 cm και ύψος 35 cm

Πέμπτη 2 Μαΐου 2019

ΝΕΟ ΤΡΑΠΕΖΑΚΙ (ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΣΚΑΜΝΑΚΙ)

Στο ρυθμό των εορτών (και των αργιών) του Πάσχα η παρούσα κατασκευή. Αφορμή ένα κομμάτι κόντρα-πλακέ που βρήκα πρόσφατα στη διάρκεια κάποιας βραδινής βόλτας με το σκύλο. Είναι απίθανα τελικά τα χρήσιμα αντικείμενα που πετούν οι άνθρωποι .


Όλα τα ξύλα προέρχονται από διαλυμένες παλέτες. Τα τέσσερα ποδαρικά τα έκοψα ελαφρώς φάλτσα. Δουλειά κουραστική αν την κάνεις στο χέρι. Το πιάσιμο του ξύλου στον πάγκο με σφιγκτήρα διευκολύνει.
Χρησιμοποιώ ένα πολύ καλό πριόνι χειρός BACHO.

Εδώ φαίνεται το τραπεζάκι (ή όπως αλλιώς το πει κανείς). Τα 11 συνολικά κομμάτια που το αποτελούν έχουν κοπεί και περαστεί με γυαλόχαρτο. Στοιχειωδώς.
Η συνέχεια στο μπαλκόνι. Μερικές μέρες μετά. Αφήνουμε τα κομμένα ξύλα να ωριμάσουν.
Χρησιμοποίησα ξυλόκολλα και βίδες. Εδώ η προεργασία συγκόλλησης ενός Π.
Τα δύο Π των ποδαρικών (ανά δύο) έχουν συναρμολογηθεί.
Μετά την αφαίρεση των σφικτήρων.
Παραλείποντας πολλά ενδιάμεσα στάδια, το τελικό αποτέλεσμα. Όταν παρασύρεται κανείς με την κατασκευή ξεχνά τις φωτογραφίες. Δυστυχώς.
Με την ολοκλήρωση του βερνικώματος μας έπιασε η νύχτα.

Την επόμενη μέρα πια.

Και ο απαραίτητος λογότυπος. Στένσιλ με σπρέυ καλό είναι να γίνεται σε βερνικωμένο στεγνό ξύλο για να βγει καλό αποτέλεσμα. Αλλιώς υπάρχει κίνδυνος να ποτίσει το ξύλο και να διαχυθεί η μπογιά του σπρέυ, οπότε τα γράμματα ή ότι άλλο θα είναι παραμορφωνένα.
Έτοιμο το τραπεζάκι - σκαμνάκι.

Διατάσεις
μήκος: 49,50 cm
πλάτος: 35,00 cm
ύψος: 41,50 cm

Και κάποια από τα υλικά που χρησιμοποίησα.

Πολύ καλή επιλογή το βερνίκι πολυουρεθάνης που δίνει ανθεκτική επιφάνεια.

Τρίτη 12 Μαρτίου 2019

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΝΕΟ ΦΥΛΛΟΧΩΜΑ.

Τα δύο Combost Bins που έχω εγκαταστήσει, κοντεύουν να γεμίσουν. Η εμπειρία έδειξε ότι σε αυτού του τύπου τη διεργασία χρειάζεται πολύς χρόνος για να υπάρξει αποτέλεσμα. 






Πάνω από δύο χρόνια. Και πάλι υπάρχει ένα σημαντικό υπόλειμμα, κυρίως κλαδιά μεγαλύτερης διαμέτρου, που μπαίνουν και πάλι στο σωρό.  

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2019

MOXON VISE, ΣΥΝΕΧΕΙΑ.

Μετά την ολοκλήρωση του MOXON VISE, έπεσαν στα χέρια μου δύο ολόιδια γρανάζια από αλλαγή "σετ καδένας" σε OPEL-MERIVA του 2005.

Τα χρησιμοποίησα λοιπόν ως χερούλια σύσφιξης στο τελευταίο project (MOXON VISE). Χρειάστηκε μόνο να διευρύνω την οπή στο κέντρο των γραναζιών, από Φ10mm σε Φ14mm. Η διάτρηση έγινε σε κολωνάτο δράπανο .

Κατά τ'άλλα η κατασκευή έμεινε ίδια. 

Εδώ τοποθετημένη στον πάγκο εργασίας μέσω δύο σφικτήρων

Τουλάχιστον στην όψη είναι καλύτερα.

Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2019

ΜΕΓΓΕΝΗ ΞΥΛΟΥΡΓΟΥ (MOXON VISE) DIY

Άποψη του πάγκου εργασίας, για τον οποίο φτιάχτηκε η μέγγενη που παρουσιάζω, με τα βασικά εργαλεία μέτρησης που χρησιμοποιώ. 

Χρησιμοποίησα μια ντίζα (14 mm) του ενός μέτρου και κάποια περικόχλια (παξιμάδια) και ροδέλες (αγορά από το Leroy Merlin, με συνολικό κόστος κάτω από 10€). Τα υπόλοιπα ήταν κομμάτια ξύλου και κόντρα πλακέ, περισσεύματα από παλιές εργασίες.

Όπως γίνεται συνήθως δεν έχω πολλές φωτογραφίες από τα αρχικά στάδια της κατασκευής. Σημειωτέον ότι τα κοψίματα (ξύλων και μετάλλου) έγιναν με πριόνι χειρός, οπότε όσο να προσπαθεί κανείς δεν υπάρχει τελειότητα (καθετότητες, παραλληλίες κτλ).

Ο τύπος της μέγγενης που έφτιαξα λέγεται Moxxon Vise (υπάρχουν πολλά σχέδια, περιγραφές και βιντεάκια στο διαδίκτυο). Τοποθετείται πάνω σε ξυλουργικό πάγκο (ο οποίος πρέπει να είναι στοιβαρός κατά το δυνατόν) και στερεώνεται συνήθως με δύο σφικτήρες (τύπου F).

Τα βασικά κομμάτια είναι δύο τεμάχια κόντρα-πλακέ (46,00 Χ 14,00 cm και πάχους 30 mm) που κόπηκαν (με πριόνι χειρός όπως είπα) από ένα τριγωνικό ρετάλι. Αυτά τα δύο κομμάτια είναι ουσιαστικά οι "σιαγόνες" της μέγγενης. Κάθετα στις σιαγόνες άνοιξα συμμετρικά δύο τρύπες (Φ 14 mm) για να μπουν οι δύο κοχλίες σύσφιξης. Μεταξύ των δύο κοχλιών άφησα απόσταση 30 cm. Στην επάνω φωτογραφία δείχνω πως φώλιασα δύο ροδέλες στην μπροστινή σιαγόνα, για να κοντράρουν οι κοχλίες κατά το σφίξιμο. Για το φώλιασμα χρησιμοποίησα εποξειδική (epoxy) κόλλα δύο συστατικών.

Οι δύο κοχλίες έχουν μήκος 25 cm. Στην μια άκρη μπήκε ένα ξύλινο αυτοσχέδιο χερούλι (Φ 64 mm, που κόπηκε με ποτηροτρύπανο από ένα καδρονάκι) που σταθεροποιήθηκε με δύο παξιμάδια (ένα κοντό ασφαλείας και ένα μακρύ (μήκους 40 mm) εκατέρωθεν.

Τα χερούλια τελικά τα έβαψα κόκκινα.
Στην επάνω φωτογραφία δύο παξιμάδια που ηλεκτροσυγκολλήθηκαν πάνω σε ροδέλες και αποτελούν τα στοιχεία στα οποία κοντράρουν οι κοχλίες καθώς σφίγγονται. Την ηλεκτροσυγκόλληση δεν την έκανα εγώ. Δυστυχώς δεν διαθέτω τον αντίστοιχο εξοπλισμό.

Εδώ μετά τη διάτρηση, τρεις τρύπες για να βιδωθούν στο πίσω μέρος της πίσω σιαγόνας.

Εδώ είμαστε στη φάση του μονταρίσματος. Οι δύο κοχλίες πέρασαν από τις τρύπες των δύο σιαγόνων. Οι τρύπες αυτές είναι καλό να είναι ελάχιστα μεγαλύτερες από τους κοχλίες και να γίνουν ταυτόχρονα στα δύο ξύλα (σιαγόνες).

Τα δύο κόντρα στοιχεία βιδώθηκαν πάνω στο ξύλο με 2 Χ 3 μικρές βίδες.


Για να αυξηθεί η αντοχή των σιαγόνων, κόλλησα (και βίδωσα) σε κάθε μία (στην επάνω πλευρά) και ένα έξτρα καδρονάκι (διατομής 45 Χ 18 mm). Τέλος πέρασα την κατασκευή με βερνίκι πολυουρεθάνης.

Για την στήριξη της μέγγενης πάνω στον πάγκο, στην πίσω κάτω πλευρά της πίσω σιαγόνας κόλλησα (και βίδωσα) ένα διαμήκες ξύλο (μήκους 60 cm και διατομής 45 Χ 32 mm). Στις άκρες αυτού του ξύλου γίνεται η στήριξη στον πάγκο εργασίας μέσω δύο σφικτήρων τύπου "F", όπως φαίνεται στη φωτογραφία.

Εδώ έχω σταθεροποιήσει μία κλάπα ανάμεσα στις σιαγόνες. Στην κάτω φωτογραφία η πίσω όψη.

Το project σίγουρα επιδέχεται πολλές βελτιώσεις και παραλλαγές. Το παραπάνω αποτέλεσμα όμως κρίνεται ικανοποιητικό για ερασιτεχνική χρήση.