Ετικέτες

Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012

ΜΟΝΟΜΕΡΕΙΑ


Φέρνω ξανά στο νου μου το συμβάν
Σκέφτομαι
Ήταν μια ευκαιρία  του εαυτού να ξεφύγει
Από λεπτομέρειες και λογικές παγίδες
Και άλλα παρόμοια σχήματα
Ένας αφορισμός στο τώρα
Μια αφορμή για το απίθανο
Όμως δεν συνέβη τίποτα

Συνέχισα να περπατώ
Σήμερα βρέχει μου είπε
Θα κάνει πολύ το νερό να καθαρίσει
Μην στέκεστε έξω θα βραχείτε
Μπαίνω
Βλέπω από το παράθυρο
Την  ιστορία αλλιώς
Πρωί, κατηφορικός δρόμος
Δυσανεξία στο γάλα
Μάλλινο πουλόβερ
Τρία ποδήλατα
Δε βγάζω νόημα
Ρωτώ, πως το κάνεις αυτό;
Καμιά απάντηση
Ανοίγω την πόρτα και φεύγω
Χωρίς να χαιρετήσω


Σάββατο 29 Δεκεμβρίου 2012

ΕΦΤΑ ΧΑΙΚΟΥ



Ξεκινώ πρωί
Βρεγμένοι δρόμοι, μόνος
Πότε θα σε δω;





Ξύλινη πόρτα
Διστάζω να χτυπήσω
Γυρνώ και φεύγω




Βόλτα στο βουνό
Μήνες μετά θα σου΄χω
Λικέρ με κράνα






Θάλασσα θέλω
Μόνο να σε κοιτάζω
Από το βουνό




Μεγάλοι δρόμοι
Πολλά αυτοκίνητα
Περπατώ μόνος






Κοφτές ανάσες
Στο φως του φεγγαριού
Ένας έρωτας




Δώσε μου λίγο
Από το χθες που έχασα
Πριν σε γνωρίσω







Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2012

ΤΑΚΑ - ΤΑΚΑ (παιχνίδι δεκαετίας 70)



Την δεκαετία του 70, εκτός του τραγουδιού τάκα-τάκα με τον Τέρη Χρυσό, υπήρχε και το παιχνίδι τάκα-τάκα. Το παιχνίδι αυτό, που έγινε παγκόσμιο σουξέ, απαγορεύτηκε τελικά γιατί θεωρήθηκε επικίνδυνο και γιατί ήταν θορυβώδες. Ένα τέτοιο λοιπόν παιχνίδι ανακάλυψα τις προάλλες στα πράγματά μου και σας το δείχνω. Στο διαδίκτυο μπορείτε να το αναζητήσετε και ως click clacks ή clackers ή kerbanger. Ήταν απλό στη σύλληψη όπως όλες οι μεγάλες ιδέες. Δύο μπάλες από σκληρό και ανθεκτικό πλαστικό διαμέτρου περίπου 4cm, που κρέμονται από δύο σχοινάκια μήκους περίπου 20cm, τα οποία είναι δεμένα σε ένα μεταλλικό δαχτυλίδι. Για το πως παιζόταν το παιχνίδι δείτε το βίντεο (απόδειξη για τον εκνευριστικό θόρυβο είναι το γεγονός ότι κάποια στιγμή ο σκύλος του σπιτιού ενοχλείται και γαβγίζει). Εκείνη την εποχή θυμάμαι, υπήρχαν κάποιοι που μπορούσαν να χτυπάνε τις μπάλες για πολλά λεπτά της ώρας.


Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

ΤΑ ΜΑΡΜΑΡΑ


Ο πατέρας της ήταν μαρμαράς. Θα έλεγε κανείς πως κάποιος πρόγονός του ήταν γύφτος. Τόσο μαυριδερός ήταν. Ο Τάκης ο αφρικάνος. Έτσι τον έλεγαν πίσω από την πλάτη του. Στο εργοστάσιο. Όταν ήταν σε λειτουργία όλοι όσοι δούλευαν εκεί ήταν συγγενείς. Εσωτερικοί μετανάστες από το ίδιο χωριό. Μετά πέρασε ο κεντρικός δρόμος από κει και το γκρέμισαν. Η Σοφία όμως, η κόρη του, πήρε από τη μάνα της. Η κυρά Γεωργία. Αρχοντογυναίκα. Από ένα χωριό έξω από τη Θεσσαλονίκη. Ντόπια. Εργαστήριο και σπίτι απέναντι σχεδόν από την είσοδο των σφαγείων. Μπροστά η αυλή, στρωμένη με σπασμένα μάρμαρα, για να μην λασπώνει το χειμώνα. Το καλοκαίρι το φως πέφτοντας πάνω στα άσπρα μάρμαρα έφτιαχνε ένα απόκοσμο σκηνικό, σαν από ταινία του Δαμιανού.  Στην έκτη δημοτικού η Σοφία άλλαξε σχολείο. Τριθέσιο, απέναντι από το Φιξ. Έτσι συναντήθηκαν. Μοναχοπαίδια και τα δύο, μάλλον καλομαθημένα. Έκαναν παρέα στο σχολείο. Μετά τους πρώτους μήνες, τις Κυριακές, αν ο καιρός ήταν καλός, ο Πρόδρομος με τη μάνα του πήγαιναν επίσκεψη στης Σοφίας. Τα παιδιά έβγαιναν στην αυλή. Συνήθως δεν έπαιζαν, περισσότερο συζητούσαν κάτω από το μοναδικό πεύκο βλέποντας τα αυτοκίνητα να περνούν.  Οι επισκέψεις συνεχίστηκαν και το καλοκαίρι. Αραιότερα. Την επόμενη χρονιά πήγαν σε διαφορετικά γυμνάσια. Οι συναντήσεις τους αραίωσαν.  Στη δευτέρα γυμνασίου, ξεκίνησαν αγγλικά, στο μοναδικό φροντιστήριο της περιοχής απέναντι από το σιδηροδρομικό σταθμό, στο ίδιο τμήμα. Το σπίτι του Πρόδρομου ήταν κάπου ανάμεσα, οπότε όταν είχαν μάθημα η Σοφία πήγαινε στο σπίτι του Πρόδρομου με τη μάνα της και μετά συνέχιζαν μαζί με τα πόδια, ενώ οι μανάδες τους έμεναν πίσω για καφέ και κουβέντα. Είχαν περισσότερο χρόνο οι άνθρωποι τότε. Η διαδρομή μέχρι το φροντιστήριο ήταν περίπου είκοσι λεπτά. Δύο φορές την εβδομάδα. Κανονικό ραντεβού. Κάποια μέρα, πριν από τα Χριστούγεννα, στο γυρισμό, τού έπιασε το χέρι. Του άρεσε. Μετά από μερικές μέρες, κάπου στη Μοναστηρίου χώθηκαν στην σκοτεινή είσοδο ενός ξυλουργείου και φιλήθηκαν. Η περιπέτεια είχε αρχίσει. Το εικοσάλεπτο της επιστροφής έγινε μισάωρο και κάποιες φορές σαραντάλεπτο. Είχαν εντοπίσει τις διαθέσιμες σκοτεινές κρυψώνες στη διαδρομή και κάθε φορά σταματούσαν σε διαφορετικό μέρος για να μη δίνουν στόχο. Ο Πρόδρομος είχε πει σε γενικές γραμμές το τι γινόταν στο φίλο του τον Καρυώτη κι αυτός όλο ενθουσιασμό τον συμβούλευε. Είχε μεγαλύτερο αδερφό αυτός και άκουγε περισσότερα. Κάπου στις Απόκριες όμως τα πράγματα άλλαξαν. Ο πατέρας της Σοφίας αγόρασε αυτοκίνητο, Φίατ 127 μεταχειρισμένο, οπότε την πήγαινε και την έφερνε πλέον αυτός. Παρ’ όλη την πρόοδο της τεχνολογίας και την αλλαγή των ηθών η πορεία τους από εκεί και πέρα ήταν κοινή. Τελικά μετά από κάποιες περιπέτειες παντρεύτηκαν δεκαπέντε χρόνια μετά. Αγόρασαν ένα διαμέρισμα στη Νεάπολη. Μαθημένοι στην ανοιχτωσιά η ζωή στο διαμέρισμα τους φάνηκε δύσκολη στην αρχή. Σύντομα ήρθε και ένα παιδί. Αγόρι. Τρία χρόνια αργότερα και μια κόρη. Ο Ηλίας και η Γεωργία. Το σπίτι τους μάλλον απλό. Το αγόρασαν καινούργιο. Η μάνα της Σοφίας πούλησε ένα χωράφι, έβαλαν και μετρητά. Αισθητική της δεκαετίας του ογδόντα, οδεύοντας για ενενήντα. Τα έπιπλα τα έκαναν στου Καρυώτη. Το φιλαράκι του Πρόδρομου, που πήρε το επιπλοποιείο του πατέρα του. Προθυμοποιήθηκε μάλιστα να τους παντρέψει αυτός. Αλλά ο Πρόδρομος φοβήθηκε ξέροντας τι μπήχτης ήταν ο Καρυώτης.  Έτσι ήταν ο Πρόδρομος. Φοβόταν. Το ήξερε αυτό η Σοφία και της άρεσε. Το είχε καταλάβει και η μάνα της. Όλο και της πετούσε κάτι μπηχτές. Δεν τα πήγαιναν πολύ καλά οικονομικά. Η Σοφία δούλευε λογίστρια στη λαχαναγορά ενώ ο Πρόδρομος ηλεκτρολόγος. Υπάλληλος σε εμπορικό. Τα απογεύματα και τα Σαββατοκύριακα έκανε και κανένα μερεμέτι. Προσπάθησε να μπει στη ΔΕΗ αλλά δεν τα κατάφερε. Για τη ΔΕΗ του έλεγε ο Μπούτσκος, το άλλο φιλαράκι του. Αυτός ήταν καλός στο πάκμαν. Κάθε απόγευμα στην Επτάλοφο, χαμηλά μετά τη γέφυρα. Μετά το γάμο ο Πρόδρομος πήγαινε στην Επτάλοφο μόνο τις Κυριακές. Το στέκι τώρα είχε μεταφερθεί στην πλατεία. Το φραπόγαλο αντικαταστάθηκε από φρέντο. Τα χρόνια περνούσαν. Η κατάσταση δεν άλλαζε ιδιαίτερα. Το πάκμαν ξεπεράστηκε. Τα ηλεκτρονικά παιχνίδια γίνονταν όλο και καλύτερα.  Τα γραφικά, η κίνηση των ηρώων. Ο Πρόδρομος έβλεπε τον γιό του να καλωδιώνεται κανονικά και όλο του φώναζε. Τι μέλλον θα έχουν αυτά τα παιδιά σκεφτόταν. Γιατί ο Πρόδρομος εκτός από φοβητσιάρης που ήταν, ανησυχούσε για τα πάντα. Ιδίως για τα παιδιά του. Σε τίποτα δεν έμοιασε τον πατέρα του. Τον Ηλία. Ο Ηλίας ήταν ο πρώτος που πέθανε από τα συμπεθέρια. Δουλεμένος άνθρωπος όπως έλεγε η μάνα του Πρόδρομου. Η Βασίλω. Είχε βγει στη σύνταξη στα εξήντα ένα. Αναπηρική. Ήταν η χρονιά που γεννήθηκε ο εγγονός του. Δούλευε από δώδεκα χρονών. Είχε δουλέψει στη Γερμανία, μετά στην Αθήνα και κατέληξε στη Θεσσαλονίκη. Μέχρι και στο ΣΕΚ δούλεψε. Αφορμή για τη σύνταξη στάθηκε ένα ατύχημα που είχε στη δουλειά. Έσκασε ένα βαρέλι και το καπάκι τον κτύπησε στο κούτελο. Δεν έπαθε τίποτα ιδιαίτερο αλλά το εκμεταλλεύτηκε.  Μην είσαι κορόιδο Ηλία του έλεγε ο Τάσος στο καφενείο. Ο Τάσος δούλευε στο ΑΓΝΟ και είχε βγει στη σύνταξη στα σαράντα εφτά του. Πλήρη σύνταξη. Δώδεκα χρόνια έζησε σαν συνταξιούχος ο Ηλίας. Τελευταία σπάνια έβγαινε από την αυλή. Δεν τον βαστούσαν πια τα πόδια του. Έφυγε μέσα σε μερικές μέρες. Δεκέμβρης ήταν, προπαραμονή Χριστουγέννων. Ο Πρόδρομος έκλαψε πολύ στην κηδεία. Ο πρώτος δικός του άνθρωπος που έχανε. Ήταν πλέον σαραντάρης. Ευτυχώς που είχε τη Σοφία. Αυτή τον στήριζε. Κάποτε της είχε πει πως αν δεν την γνώριζε δεν θα κατάφερνε τίποτα στη ζωή του. Την αγαπούσε πολύ. Τα παιδιά μεγάλωσαν ο Ηλίας αποδείχτηκε πολύ προκομμένο παιδί. Τα έπαιρνε τα γράμματα. Έγινε τελικά γιατρός. Η Γεωργία παντρεύτηκε έναν μεξικανό αρχαιολόγο, τον Λουί, που τον γνώρισε σε πρόγραμμα ανταλλαγών στο πανεπιστήμιο. Εγκαταστάθηκαν τελικά το Μπαθ της Αγγλίας. Πολύ τον πείραξε τον Πρόδρομο. Αλλά το αποδέχτηκε τελικά. Ο Πρόδρομος χαιρόταν για τα παιδιά του, ένιωθε ότι έκαναν ότι πρέπει να κάνουν όλα τα παιδιά. Να ξεπεράσουν τους γονείς τους. Ο Πρόδρομος κατά βάθος ήταν πολύ συντηρητικός άνθρωπος. Δεν του άρεσαν οι αλλαγές.   Η Σοφία ήταν αλλιώς. Αυτή ήταν η κολώνα της οικογένειας. Αυτή έπαιρνε τις αποφάσεις. Τα παιδιά έφυγαν από το σπίτι. Το διαμέρισμα πλέον τους φαινόταν μεγάλο. Μιλούσαν με την κόρη τους στην Αγγλία βλέποντάς την ζωντανά στην οθόνη και τον Πρόδρομο τον έπιανε το παράπονο. Δεν είχε καταφέρει να μάθει τις νέες τεχνολογίες. Το Skype. Και ανησυχούσε. Για τον εγγονό του τον Μάκη. Που τον έβλεπε συνήθως τις Κυριακές. Έτσι ήταν ο Πρόδρομος. Φοβόταν και ανησυχούσε. Αλλά είχε τη Σοφία για στήριγμα. Τη Σοφία του. Που έφυγε πρώτη. Λίγο μετά τα ογδόντα. Βασανίστηκε. Δύο ατέλειωτα χρόνια. Τη θάψανε καλοκαίρι. Ιούλιος. Ήρθαν και τα παιδιά από την Αγγλία. Μια βδομάδα μετά ο Πρόδρομος με τον γιό του πήγαν στο μαρμαράδικο, απέναντι από το νεκροταφείο για τον τάφο. Διάλεξαν τα υλικά, κανόνισαν την τιμή και πηγαίνοντας προς το αυτοκίνητο, ο ήλιος που λαμπύριζε πάνω στα λευκά μάρμαρα τον τύφλωσε. Γύρισε το κεφάλι ψάχνοντας μάταια για τη Σοφία.

ΦΙΛΟΣ ΟΔΟΝΤΙΑΤΡΟΣ
















Διέκοψα τη συγγραφή
Περίπου δύο δεκαετίες πριν.
Κανονικά θα’πρεπε να’χω να πω πολλά.
Για τη ζωή που μεσολάβησε από τότε.
Όμως εμένα με γοητεύουν ακόμη φράσεις όπως
Βρουμ Παραπάμπο! Ολαλά! ή
Ο Ζάϊκος έμαθε μόνος του κιθάρα και αγγλικά.
Απομεινάρια εφηβικής ποίησης.
Όχι δικά μου.
Αυτά τα έχασα σε κάποια εκκαθάριση.
Όπως τα φαινόμενα του σήμερα
Σχετίζονται κυρίως με περιστατικά
Προχωρημένης ουλίτιδας.
Έτσι χάθηκε κάθε μαγεία. Κάθε μυστήριο.
Όλοι έχουν κάτι να πουν για τους άλλους.
Φαντάζομαι.
Με άλλα λόγια, μένω και πάλι έκπληκτος.



Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

ΟΔΟΣ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ


Μικρό ο πατέρας μου
με πήγαινε στο μαγειρείο του Πάνου.
Όχι στα σουβλατζίδικα.
Τις μέρες που έλειπε η μάνα μου.
 Συνήθως Σάββατα.
Μπαίνοντας μύριζε το μηχανέλαιο
πιότερο απ’ τα φαγιά.
Καθότι εκεί έτρωγαν οι μουτζούρηδες
απ' τα γύρω μηχανουργεία.
Μακρόστενο το μαγαζί
Κι η κουζίνα στο βάθος.
Τετράγωνα τραπέζια με μάρμαρο.
Εγώ, έπαιρνα συνήθως
ψητό φούρνου με πατάτες.
Ο γιός του σουβλατζή, απέναντι,
το’χει ακόμα το μαγαζί.
Με το ίδιο όνομα.


Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2012

ABANDONED


Με τις ιστορίες δυσκολεύομαι
Όταν η ροή των γεγονότων δε βγάζει νόημα και
Οι ήρωες μοιάζουν υπνωτισμένοι
Καθώς τον παιδεμό τους περιμένουν
Από τον Ποιητή.
Αυτό που έμαθα να κάνω είναι νομίζω
Να παρατηρώ ανάποδα τα πράγματα
Καθισμένος ήσυχος στη γωνιά μου.
Σχεδόν ακίνητος
Τον ήχο του αέρα τη νύχτα
Το νερό στα ρείθρα όταν βρέχει
Τη γεωμετρία του χρόνου
Καθώς έτσι έχουν τα πράγματα
Στη δική μου ζωή, θα έλεγα ότι
Η ζωή του Αρκαμένη μου είναι αδιάφορη
Οι έρωτές του, ξέρετε
Όπως και οι ραδιουργίες του Τικέριου.
Θέλω να πω,
Μη με ρωτάτε αν
Υπάρχει ζωή στον έρημο πλανήτη

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

ΜΙΑ ΖΩΗ


Όταν ήρθε η ώρα να γράψει για τη ζωή του
Τι έκανε όλα αυτά τα χρόνια που πέρασαν
Αφιέρωσε τις περισσότερες σελίδες
Στον πόλεμο, στις καταστροφές, στην πείνα
Στις δυσκολίες της παιδικής ηλικίας
Ελάχιστα για την οικογένεια που έκανε αργότερα
Τα παιδιά του, τις σπουδές, τη δουλειά
Τις άλλες ασχολίες
Οι περιπέτειες της νιότης
Αυτές τον σημάδεψαν, αυτές νοσταλγούσε.

Όταν αργότερα πέθανε
Στα πράγματά του βρήκα ένα πιστόλι
Που το φύλαγε από τα χρόνια του πολέμου
Το πέταξα στα σκουπίδια δίχως άλλη σκέψη.


ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΚΥΡΙΑΚΗ


Δίπλα στο σπίτι μας έμενε ένας χωροφύλακας
Τα παιδιά του λίγο μικρότερα από μένα
Οι φωνές και τα παιχνίδια τους ακουγόταν καθαρά
Τις Κυριακές
Τα ζήτω του πατέρα.
Τότε η μάνα μου θυμόταν που τον είδε στο Καπάνι
Να χτυπάει με μανία έναν ζητιάνο.
Μην τύχει και ζηλέψω την ευτυχία των γειτόνων.