Ετικέτες

Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2013

Monte Carlo Simulation -2-


Στα περασμένα 
Και στα μελλούμενα
Συχνά αφήνομαι
Καθώς ολόγυρα
Οι μουσικοί παίζουν
Τη μουσική του παρόντος
Οι άλλοι χορεύουν
Σε μικρή απόσταση
Διακριτικοί, όπως το συνηθίζουν
Τα φώτα, οι λάμψεις
Κάνουν το συμβάν ονειρικό
Είναι και δεν είναι, σκέφτομαι
Αλλά άλλοτε είναι
Και άλλοτε δεν είναι
Χωρίς να είναι ξεκάθαρο
Πότε είναι και πότε δεν είναι
Αυτό είναι το πρόβλημα με τα πράγματα
Και τους ανθρώπους 
Και τα αντικείμενα, ακόμα και τις καταστάσεις
Δεν μπορείς να ξεχωρίσεις 
Πότε είναι και πότε δεν έίναι
Λίγο καλύτερα είναι τα πράγματα
Όταν είναι ν' αποφασίσεις
Πότε τα πράγματα ήταν ή δεν ήταν
Όχι αν υπήρξαν, γι' αυτό είσαι σίγουρος
Ή σε χρόνο μέλλοντα
Πότε θα είναι και πότε δεν θα είναι
Το τελευταίο λέγεται και πρόβλεψη

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2013

ΜΠΛΕ ΘΑΝΑΤΟΣ


Ο γιατρός ήταν κατηγορηματικός. Σύνδρομο Wilkinson. ‘Όπως τα ξυραφάκια, σκέφτηκε. Πολύ σπάνιο αλλά συμβαίνει. Κυρίως σε άντρες μετά τα σαράντα. Υπάρχουν επίσημα περίπου τριακόσια περιστατικά καταγεγραμμένα παγκοσμίως. Του εξήγησε τα συμπτώματα. Ξαφνική ανικανότητα να δει κανείς το μπλε χρώμα. Στη θέση του ο ασθενής βλέπει αποχρώσεις του γκρι. Τα υπόλοιπα χρώματα τα βλέπει κανονικά. Πρόκειται για μη αναστρέψιμη βλάβη. Στη βιβλιογραφία αναφέρεται και ως “μπλε θάνατος”. Κάθε φορά το πρόδρομο σημάδι είναι το ίδιο. Λίγες μπλε τρίχες πίσω από το αριστερό αφτί. Όταν συμβεί αυτό, το πολύ σε δέκα μέρες εμφανίζεται το κυρίως σύμπτωμα. Και εγκαθιδρύεται.
Ακούγοντας το γιατρό να μιλάει, μετά βίας συγκρατούσε τα γέλια του. Μα είναι δυνατόν σκέφτηκε. Αυτά είναι γελοία πράγματα. Τις μπλε τρίχες τις είχε δει πρώτος ο συνάδελφός του ο Τάκης στο γραφείο καθώς τον περίμενε να τελειώσει τις φωτοτυπίες που έβγαζε. Δανείστηκε ένα  καθρεφτάκι και κλείστηκε στην τουαλέτα προσπαθώντας να εντοπίσει τις τρίχες. Δεν ήταν πολλές. Μια μικρή τουφίτσα ήτανε. Το πολύ τριάντα ρίζες. Άρχισε να τις τρίβει μήπως και ήταν απλώς βαφή ή λέρωμα. Τίποτα. Μετά άρχισε να τις τραβάει. Μία βγήκε. Την είδε προσεκτικά. Πράγματι ήταν μπλε. Σκούρο.
Μέτρησε τις μέρες. Σε δέκα μέρες το πολύ. Ήταν Παρασκευή και έμεναν περίπου τρεις μέρες ίσως δύο. Ο γιατρός τράβηξε πολλές φωτογραφίες. Κυρίως τις τρίχες. Του πήρε πλήρες ιστορικό και έδωσαν ραντεβού για την Τρίτη. Μάλλον θα έκανε δημοσίευση σχετικά σε κάποιο συνέδριο.
Φεύγοντας από το ιατρείο πέρασε από το βίντεο κλαμπ της γειτονιάς. Πήρε την “μπλε ταινία” του Κισλόφσκι και το “είμαι μια περίεργη μπλε” που δεν το είχε δει. Πηγαίνοντας για το σπίτι του πέρασε από μια κάβα. Σκέφτηκε να πάρει ένα μπουκάλι “μπλου κουρασάο”, αλλά συνέχισε. Το ήξερε από τη δεκαετία του ογδόντα. Όταν ήταν στο λύκειο. Έβλεπε τους άλλους να το πίνουν στα πάρτι, στις ντίσκο. Όχι ποτά σήμερα, σκέφτηκε. Τελικά ξαναγύρισε πίσω. Πήρε και το “απέραντο γαλάζιο”.
Μπήκε στο άδειο σπίτι. Έμενε μόνος του. Έκανε μπάνιο και είδε Κισλόφσκι. Η ώρα πήγε έντεκα. Τον πήρε ο ύπνος. Το επόμενο πρωί ξύπνησε νωρίς. Βγήκε αμέσως στο μπαλκόνι. Ο ουρανός ήταν γαλάζιος. Ο ήλιος ανέβαινε στον ουρανό. Θα έκανε καλή μέρα. Το κακό δεν είχε συμβεί. Έσκυψε και είδε τις πυτζάμες του. Μπλε ριγέ. Με κάθετες ρίγες. Οι κάθετες ρίγες, του έλεγε η μάνα του, προσθέτουν μπόι. Να τις προτιμάς. Μόνο ριγέ πυτζάμες φορούσε. Είδε τρία ταξί να περνάνε το δρόμο. Όχι κάθετα. Οριζόντια. Είμαι καλά, σκέφτηκε και μπήκε μέσα. Χαλάρωσε. Έφαγε πρωινό, έκανε καφέ και ντύθηκε. Άνοιξε τον υπολογιστή και διάβασε τα μηνύματα. Τίποτα σημαντικό. Έψαξε για το σύνδρομο από το οποίο υποτίθεται έπασχε. Όπως τα είχε πει ο γιατρός. Ο κύριος Λέανδρος. Άρχισε να ανησυχεί και πάλι. Κατέβηκε, πήγε στο φούρνο, εφημερίδα και πάνω. Για τα ψώνια της εβδομάδας θα πήγαινε αργότερα. Αποφάσισε να μη μαγειρέψει. Θα έτρωγε έξω. Ίσως τηλεφωνούσε αργότερα τον κολλητό του. Το Θανάση. Το λογιστή. Άνοιξε το ραδιόφωνο και συνέχισε να πίνει τον καφέ του ξεφυλλίζοντας την εφημερίδα. Επιστήμονες στην Ιαπωνία κατάφεραν να εμφυτέψουν μικροτσίπ σε μάτι τυφλού και ξαναβρήκε το φως του. Συνέχισε. Από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα μύρισαν τα γεμιστά της γειτόνισσας. Ακουγόταν τώρα το τραγούδι του Πάριου “τα γαλάζιά σου γράμματα”. Χαμογέλασε στο κενό. Το κενό όπως συνήθως δεν ανταποκρίθηκε. Γιατί το κενό είναι τίποτα χωρίς περιεχόμενο, χωρίς δυνατότητες. Στο κενό δεν συμβαίνει τίποτα. Κάποτε είχε διαβάσει σε ένα βιβλίο, απ’ αυτά που κινούνται στο όριο μεταξύ επιστήμης και λογοτεχνίας, ότι η ύλη είναι συσσωρεύσεις κενού. Χωρικά. Αυτός που έγραψε το βιβλίο, σκέφτηκε, πρέπει να ήταν μέσα στο πλοίο Ματαρόα που το Δεκέμβριο του ‘45 ταξίδεψε από την Αθήνα στη Γαλλία. Δε θυμόταν το όνομά του.
Ξαφνικά άρχισαν να του έρχονται στο νου όλα τα έντονα μπλε πράγματα που είχε δει στη ζωή του. Ανάκατα. Χωρίς χρονική ή άλλη σειρά. Χωρίς ειρμό ή αλληλουχία. Σκόρπιες εικόνες. Το λουλάκι που χρησιμοποιούσε η μάνα του στο πλύσιμο. Τα γαλάζια ταβάνια στο σπίτι της γιαγιάς του. Ο στίχος της Νικολακοπούλου, γαλάζιο γύψο η οροφή. Οι μπλε ποδιές. Η μπλε ποδιά της Ασημίνας που ήταν στενή και καθώς καθόταν φαίνονταν τα πόδια της. Το φωτιστικό οινόπνευμα. Η θάλασσα. Τα ταξίδια με πλοίο που έκανε. Θάσος, Σκόπελος, Αγία Τριάδα παλιότερα, Κρήτη. Η γειτόνισσά του η Έφη, εθελόντρια νοσοκόμα του Ερυθρού Σταυρού με τη στολή της. Που πέθανε αργότερα από καρκίνο πριν κλείσει τα σαράντα. Η μουσική από την ταινία “μάτια ερμητικά κλειστά” που την θεωρούσε μπλε μουσική. Απλές μελωδίες στο πιάνο. Το μπλε της σημαίας. Τα καλά παντελόνια του πατέρα του και τα δικά του όταν ήταν παιδί. Οι μπλε οδηγοί χωρών και πόλεων. Λονδίνο, Βερολίνο, Μαδρίτη. Οι μπλε φόρμες γυμναστικής της δεκαετίες του εβδομήντα. Με τις άσπρες ρίγες στο πλάι. Δύο ή τρεις ρίγες, ανάλογα.  Ήρθαν στο νου του σκηνές από την ταβέρνα τα ”μπλε παράθυρα” στις Σαράντα Εκκλησιές, όταν πήγαινε φοιτητής. Αλλά και μετά, όταν τέλειωσε. Πριν πάει φαντάρος. Τα μπλε μάτια της Κατερίνας. Οι ταινίες του Σταύρου Τορνέ, που όλο άκουγε γ’ αυτές, μα ποτέ του δεν είδε. Τα στρουμφάκια. Η Πόπη που είχε ντυθεί τις περασμένες απόκριες Στρουμφίτα. Τα μαγαζιά στο Βαρδάρη με τα κρεμασμένα μπλου τζην. Τα μπλε λεωφορεία, που για κάποιον ανεξήγητο λόγο τα είχε συνδέσει με βαρείς χειμώνες, απαίσιες μυρωδιές και υγρασία. Τραγούδια. Το πουκάμισο το θαλασσί, πώς του παν καλέ τα μπλε. Αφίσες κολλημένες με μπλου τακ σε τοίχους.  Και πάλι θάλασσα, ουρανός, κύματα. Μπλε ταβάνια βαμμένα με υδρόχρωμα. Που μέσα στον τενεκέ είναι σκούρο αλλά όταν βάφεται και στεγνώνει ανοίγει πολύ.
Τότε μέσα σ’ αυτό το ντελίριο του μπλε και του γαλάζιου, για μερικά δευτερόλεπτα όλα γύρω του άσπρισαν. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του. Έκανε να σηκωθεί, αλλά παραπάτησε κι έπιασε τη καρέκλα. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα όλα γύρω άρχισαν να παίρνουν και πάλι σχήμα και χρώμα. Μόνο που στη θέση του μπλε έβλεπε γκρίζο. Είχε συμβεί.

Θεσσαλονίκη, 22-02-2013


Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013

Οδός Φράγκων


Έχω πάρει ξηρούς καρπούς απ’ το Μενεξόπουλο και γυρίζω περπατώντας αργά προς το γραφείο. Ανοίγω τα στραγάλια, παίρνω μερικά και συνεχίζω. Είναι έντεκα, μένουν άλλες τέσσερεις ώρες δουλειάς. Δε βιάζομαι. Η Φράγκων είναι απόλαυση αυτή την ώρα. Το βλέμμα μου πλανιέται στα υδραυλικά, μετά στα κηπουρικά, στα ηλεκτρολογικά, στα εργαλεία. Τότε τον βλέπω να έρχεται από το απέναντι στενό. Περνάει γρήγορα το δρόμο και χώνεται ανάμεσα στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα και μια σούβλα με κουδούνες και κουδουνάκια που γυρίζει. Όλο το χρόνο. Γνωστή φάτσα του κέντρου. Λαχειοπώλης. Γύρω στα εξήντα. Μάλλον. Έχει ένα τεράστιο πρόσωπο. Ιδιαίτερα το στόμα του. Άσπρος καθώς είναι, τα χαλασμένα δόντια του φαίνονται σαν δόντια σκουριασμένου πριονιού. Αν έλλειπε το πρόβλημα με τα δόντια θα έμοιαζε καταπληκτικά με τον Μελ Μπρούκς. Τα μαλλιά του πυκνά, μαύρα. Όλα στη θέση τους. Αυτά, σε αντίθεση με τα δόντια, δε θέλουν ιδιαίτερη φροντίδα και περιποίηση. Είναι θέμα γονιδίων. Περπατά κάπως σκυφτός κρατώντας τα λαχεία σφιχτά στο δεξί χέρι και στο αριστερό σφίγγει μια κρεμαστή τσάντα. Μάλλον εκεί φυλάει τα λαχεία. Το δεξί έχει πάντα λίγα. Τα τελευταία. Άλλοτε λήγουν σε πέντε, άλλοτε σε εφτά και πάει λέγοντας. Τα ρούχα του γυαλίζουν από τη λίγδα. Κάποιες ραφές έχουν αρχίσει να ξηλώνονται. Τα παπούτσια τουλάχιστον ένα νούμερο μεγαλύτερα. Μαύρα, με ζάρες και ένα τόνο τζιλιά πάνω τους. Τον βλέπω συχνά. Οι λαχειοπώλες συνήθως κινούνται συνεχώς. Ο συγκεκριμένος έχει μια βαριεστημένη όψη και το συνήθειο να κοιτά στα μάτια όλους όσους θεωρεί υποψήφιους πελάτες, λέγοντάς τους κάτι. Διαφορετικό στον καθένα. Μπροστά μου ένας ηλικιωμένος με ντοματιές στη σακούλα. Του λέει μακρόσυρτα, «Στο πεντάρι. Το πεντάρι έχει εφτά βδομάδες να βγει.». Τζίφος. Στρέφεται σε μένα. «Έχει λαλήσει ο κόσμος φιλαράκι.». Δεν απαντάω. Μου ρίχνει ένα βλέμμα γεμάτο περιφρόνηση. Σταματώ ελάχιστα στη βιτρίνα του χαρτοπωλείου και τον αφήνω να περάσει. Είναι μπροστά μου και περπατώντας σκανάρει όποιον συναντάει. Σηκώνω το βλέμμα μου και βλέπω πιο πέρα στη γωνία τον ποιητή Χρίστο Ντινόπουλο να κοντοστέκεται στην άκρη του δρόμου στηριζόμενος σε ένα αυτοκίνητο. Όπα, λέω από μέσα μου θα συναντηθούν. Ο Ντινόπουλος πάνω από τα ογδόντα πια, συνεχίζει όμως να ρίχνει το φαρμάκι του συχνά. Έχω το λαχειοπώλη μπροστά και πλησιάζουμε τη γωνία. Εκείνη τη στιγμή βγαίνουν από το χρωματοπωλείο δυο κοπέλες. Λέει η μία «Ρε συ, ο Ντινόπουλος.», «Ποιος;», «Αυτός που τα’ χωσε στην Τσομπανίδου, ρε συ. Πολλή φάση.» Ο λαχειοπώλης πλησιάζει, ρίχνει μια ματιά στο ωδείο απέναντι. Ακούγονται ήχοι κρουστών από μέσα. Στην ατμόσφαιρα μια αδιόρατη μυρωδιά κανέλλας από το μπουγατσατζήδικο της γωνίας. Κοιτάζει στα μάτια τον ποιητή του χαμογελάει και του λέει «Ξέρω, ξέρω κύριε Χρίστο. Οι ποιητές δεν αγοράζουν λαχεία».



Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

ΜΙΚΡΟ - ΜΕΓΑΛΟ Β΄


ΜΙΚΡΟ: Εφηβικό ενύπνιο στην επαρχία, του Αλέξη Ζήρα

ΑΚΟΜΑ και στον ύπνο μου όταν έρχεσαι
Σε παραστέκει ο αδελφός σου ...


ΜΕΓΑΛΟ: Φρακασάνες, του Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλου

ΚΑΘΩΣ  ΓΥΡΙΖΑ ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο ἐ­κεῖ­νο τὸ με­ση­μέ­ρι, ἔ­πια­σε ξαφ­νι­κὰ μιὰ μπό­ρα καὶ ἔ­γι­να μού­σκε­μα. Φο­βή­θη­κα νὰ ἀ­κο­λου­θή­σω τὸν συ­νη­θι­σμέ­νο μου δρό­μο κά­τω ἀ­πὸ τὶς με­γά­λες πεῦ­κες καὶ ἔ­τσι πῆ­ρα τὴν γυ­μνὴ δη­μο­σιά, ποὺ κα­τα­λή­γει στὸ χω­ριό. Στὸ χτῆ­μα ἔ­φτα­σα τὴν ὥ­ρα ποὺ ἔ­βγαι­νε πά­λι ὁ ἥ­λιος, καὶ μπῆ­κα μέ­σα σκαρ­φα­λώ­νον­τας πά­νω ἀ­πὸ τὸ με­γά­λο πορ­τό­νι μὲ τὶς βρε­μέ­νες ρο­δο­δάφ­νες. Στὸ πε­ρι­βό­λι ὅ­λα ἦ­ταν γα­λή­νια, φρε­σκο­πλυ­μέ­να καὶ κα­τα­πρά­σι­να, οἱ ἀ­χλα­δι­ές εἶ­χαν ἀ­κό­μα με­ρι­κὰ ἄν­θη, στὰ φύλ­λα τους κρα­τοῦ­σαν χον­τρὲς στα­γό­νες τῆς βρο­χῆς ποὺ γι­ά­λι­ζαν σὰν χάν­τρες. Ἡ τε­λευ­ταί­α βρο­χὴ τῆς χρο­νιᾶς, σκέ­φτη­κα. Τό­τε εἶ­δα τὴν Ἑ­λέ­νη. Ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὸν κῆ­πο κρα­τών­τας στὸ χέ­ρι ἕ­να με­γά­λο ἄ­σπρο τρι­αν­τά­φυλ­λο. Ἐρ­χό­ταν πρὸς τὸ μέ­ρος μου ἀρ­γά, ὁ ἥ­λιος στε­φά­νω­νε τὰ μαλ­λιά της, κά­τω ἀ­πὸ τὴν μαύ­ρη πο­διά της πρό­βα­λαν δυ­ὸ ὁ­λο­στρόγ­γυ­λα βυ­ζιά.
         Γύ­ρε­ψα μιὰ πρό­φα­ση νὰ τὰ πιά­σω. Ἑ­λέ­νη, τῆς εἶ­πα, για­τὶ δὲν ἔρ­χε­σαι νὰ σοῦ δί­νω τρι­αν­τά­φυλ­λα , πί­σω ἀ­πὸ κεί­νη τὴν πα­σχα­λιὰ ὁ πα­τέ­ρας μου ἔ­χει φυ­τέ­ψει μιὰ τρι­αν­ταφυλ­λιὰ κα­τα­κί­τρι­νη. Θέ­λω, μοῦ λέ­ει, τὸ τε­τρά­διό σου τῆς Γε­ω­λο­γί­ας, θὰ σοῦ τὸ φέ­ρω τὴν Πα­ρα­σκευ­ή. Τὸ πῆ­ρε κι ἔ­φυ­γε λέ­γον­τας σὲ εὐ­χα­ρι­στῶ πο­λὺ καὶ τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ μοῦ τό­φε­ρε ὁ ἀ­δελ­φός της, ἕ­νας τσό­γλα­νος κα­μιὰ δω­δε­κα­ριὰ χρο­νῶν, ψη­λό­τε­ρος ἀ­πὸ μέ­να δυ­ὸ κε­φά­λια, μαλ­λια­ρός, μὲ μιὰ χον­τρὴ μο­νο­κόμ­μα­τη φω­νή.
        Ἕνα με­ση­μέ­ρι κα­θό­μουν κά­τω ἀ­πὸ ἕ­να δέν­τρο καὶ δι­ά­βα­ζα. Δί­πλα μου εἶ­χα μιὰ στά­μνα μὲ νε­ρό, ἔ­κα­νε ζέ­στη, κά­θε τό­σο ἔ­πι­να λί­γο νε­ρὸ καὶ ὕ­στε­ρα κα­τά­βρε­χα λίγο τὴ γῆ. Τὸ χῶ­μα εἶ­χε σκά­σει σὲ με­γά­λα κομ­μά­τια, ὅ­ταν τὸ πό­τι­ζα θρυμ­μα­τι­ζό­ταν ἀ­φή­νον­τας μιὰ εὐ­χά­ρι­στη, βα­ρειὰ μυ­ρου­διά.
        Ἄ­κου­σα βή­μα­τα στὰ χα­λί­κια κι ὅ­ταν σή­κω­σα τὸ κε­φά­λι μου, εἶ­δα νὰ ἔρ­χε­ται ἡ Ἑ­λέ­νη, ντυ­μέ­νη μὲ ἕ­να πε­ρί­ερ­γο φό­ρε­μα γε­μά­το πο­λύ­χρω­μα λου­λού­δια. Θέ­λω πά­λι ἐ­κεῖ­νο τὸ τε­τρά­διο τῆς Γε­ω­λο­γί­ας, μοῦ εἶ­πε καὶ μὲ κοί­τα­ξε μὲ ἕ­να ἀ­πλα­νὲς χα­μό­γε­λο, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να πλα­νιό­ταν πέ­ρα δῶ­θε κι ἅ­πλω­νε τὰ χέ­ρια της νὰ φθά­σει ἕ­να κλα­δὶ τοῦ δέν­τρου. Δὲν τὸ ἔ­χω, τῆς εἶ­πα, θὰ μοῦ τὸ φέ­ρει ὁ Τά­κης τὸ ἀ­πό­γευ­μα, ἔ­λα νὰ δι­α­βά­σου­με μα­ζί. Ἡ Ἑ­λέ­νη ἔ­πια­σε τὸ κλα­δί, τὸ ἅρ­πα­ξε μὲ τὰ δυ­ό της χέ­ρια καὶ ἔ­κα­νε μιὰ μᾶλ­λον ἀ­δέ­ξια ἕλ­ξη, τεν­τώ­νον­τας νω­χε­λι­κὰ τὸ κορ­μί της. Ὕ­στε­ρα πή­δη­σε, τί­να­ξε τὸ κε­φά­λι νὰ δι­ορ­θώ­σει τὰ μαλ­λιά της κι ἔ­φυ­γε. Μὴ μὲ πε­ρι­μέ­νεις, μοῦ φώ­να­ξε.
        Τὸ ἀ­πό­γευ­μα πῆ­ρα τὰ βι­βλί­α μου καὶ πῆ­γα στὸ ἀμ­πέ­λι. Ἄρ­χι­σε κι­ό­λας νὰ παίρ­νει τὴ γνώ­ρι­μη μυ­ρου­διά του τὸ κλῆ­μα.Τῆς Ἁ­για Μα­ρί­νας ρό­γα καὶ τ’ Ἁ­η­λιὸς στα­φύ­λι, ἔ­λε­γε ἡ για­γιά μου. Ἔ­φε­ρα στὸ μυα­λό μου τὶς ρό­γες τῆς Ἑ­λέ­νης. Ἐ­κεί­νη ἦρ­θε σὲ λί­γο φο­ρών­τας μιὰ στε­νὴ χα­κὶ φού­στα καὶ ἄ­σπρο που­κά­μι­σο χω­ρὶς σου­τι­έν. Θέ­λεις νὰ φᾶ­με κα­νέ­να σύ­κο, τῆς εἶ­πα καὶ τὴν πῆ­γα στὴν ἄ­κρη τοῦ ἀμ­πε­λιοῦ. Τὰ πρῶ­τα σύ­κα εἴ­χα­νε ἤ­δη γίνει, οἱ φρα­κα­σά­νες ὅ­πως τὰ ἔ­λε­γαν. Με­γά­λα ἴ­σα­με ἕ­να πορ­το­κά­λι, ἀ­πὸ τὴν τρύ­πα τους κρε­μό­ταν μιὰ στα­γό­να πη­χτὸ μέ­λι μὲ κα­φὲ χρῶμα. Ἔ­βα­λα τὴν Ἑ­λέ­νη νὰ κα­θή­σει, τῆς ἔ­φε­ρα σύ­κα καὶ τῆς ἄ­νοι­ξα τὸ κουμ­πὶ ἀ­πὸ τὸ ἄ­σπρο της που­κά­μι­σο. Τὸ δε­ξί της βυ­ζὶ γλί­στρη­σε ἔ­ξω, ἦ­ταν λι­γό­τε­ρο στρογ­γυ­λὸ ἀ­π’ ὅ­σο τὸ φαν­τά­στη­κα, ἡ ρό­γα του κά­πως κω­νι­κή. Ἅ­πλω­σα τὸ χέ­ρι μου καὶ κεί­νη ἔ­σκυ­ψε ὁ­λό­τε­λα πρὸς τὸ μέ­ρος μου. Φράπ, ἀ­κού­στη­κε τό­τε στὸ φρά­χτη καὶ φά­νη­κε ὁ τσό­γλα­νος, ὁ ἀ­δελ­φός της, ψη­λὸς καὶ κα­κο­βι­δω­μέ­νος. Ἡ Ἑ­λέ­νη κουμ­πώ­θη­κε βι­α­στι­κά, ἄ­νοι­ξε ἕ­να βι­βλί­ο καὶ ἄρ­χι­σε νὰ δι­α­βά­ζει, ἐ­μέ­να τὰ πό­δια μου ἔ­τρε­μαν. Ὁ ἀ­δελ­φός της μᾶς χαι­ρέ­τη­σε με­θ’ ὑ­πο­κλί­σε­ως, σάλ­τα­ρε στὴ συ­κιὰ κι ἄρ­χι­σε νὰ τρώ­ει φρα­κα­σά­νες. Ἡ Ἑ­λέ­νη ἀ­πό­φευ­γε νὰ μὲ κοι­τά­ξει, γύ­ρι­ζε τὶς σε­λί­δες τοῦ βι­βλί­ου καὶ κά­θε τό­σο ἴ­σι­ω­νε τὴ φού­στα της. Ἀρ­γό­τε­ρα ση­κώ­θη­κε καὶ περ­πα­τή­σα­με μα­ζὶ πιὸ πέ­ρα. Μπή­κα­με σὲ ἕ­να με­γά­λο λάκ­κο ἀ­νά­με­σα σὲ κλή­μα­τα, τὸν εἴ­χα­με σκά­ψει στὴν Κα­το­χὴ καὶ κρύ­ψα­με μέ­σα χαλ­κώ­μα­τα καὶ ὅ­πλα. Δο­κί­μα­σα νὰ πιά­σω πά­λι τὸ βυ­ζὶ τῆς Ἑ­λέ­νης, ἐ­κεί­νη τρα­βή­χτη­κε, για­τὶ πα­ρα­σύ­ρε­σαι, μοῦ εἶ­πε. Μά­ζε­ψε τά βι­βλί­α της, φώ­να­ξε τὸν ἀ­δελ­φό της καὶ ἔ­φυ­γε. Ἐ­κεῖ­νος πή­δη­σε ἀρ­γὰ ἀ­πὸ τὸ δέν­τρο, μὲ πα­ρα­τή­ρη­σε μὲ βλέμ­μα κά­πως μυ­στή­ριο κι ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε χω­ρὶς νὰ μὲ χαι­ρε­τή­σει, τρώ­γον­τας φρα­κα­σά­νες.
   (1962)




ΤΡΑΜΑΚΙΑ