Ετικέτες

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΠΟΥ ΦΕΥΓΕΙ / Ο ΧΡΟΝΟΣ ΠΟΥ ΠΕΡΝΑ (1)

Απώτερο παρελθόν. Πολλαπλά αντίγραφα. Χαλαρές αντιρρήσεις. Τίποτα. Παγιωμένο.
















Αρχή τριχόπτωσης. Φλυαρία. Τρένα. Ή τραίνα; Άλλες εικόνες. 










Αποθησαυρισμός. Οδός Καρόλου Ντηλ. Δύο φορές. Περιμένω την Τρίτη. Αλλαγές. Διαφορετικοί όροφοι. Σχήματα με μία και μόνη εξήγηση. Εκ των υστέρων, διαφορετική εξήγηση.








Πριν την τοποθέτηση οδοντοστοιχίας. Ντοκουμέντα για μελλοντική χρήση. Το συνεχές του χωροχρόνου. Το μπλε του Αιγαίου. Σαντορίνη ή Μύκονος, δε θυμάμαι. 


.Άπω Ανατολή. Τυχαία επιλογή. Η κληρονομιά του άλλου προσώπου. Εισαγωγή στην ιστορία που ακολουθεί. Αδιάβαστα βιβλία. Κυρίως αστυνομικά. Όνειρα όπου στέκομαι μπροστά σε τεράστιες τζαμαρίες και χαζεύω τα φώτα της πόλης. Νύχτα.






Άπω Ανατολή. Δεύτερη επιλογή. Βροχή και χρώμα.








Η ασπρόμαυρη εκδοχή των πραγμάτων. Ελληνική ταινία με το Χατζηχρήστο.







Χρώμα. Χίτσκοκ. Οι αποχρώσεις των αυτοκινήτων. Και άλλες λεπτομέρειες. Ήμουν και 'γω εκεί; Όχι.
Φως.




Χρωματικές αναλογίες. Δεν το έχω σε ασπρόμαυρο. Οι περιορισμένες δυνατότητες στην έρευνα του παρελθόντος. Η ανάγκη για ολοφωτογράφιση. Αδόκιμος όρος.



Στα βήματα του παρελθόντος. Το συνεχές και συνεκτικό του χρόνου. Με άλλα λόγια, ο χρόνος δεν περιμένει.

Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2013

ΒΕΖΟΥΒΙΟΣ














Με τη βοήθεια της τεχνολογίας
Ξεκινά η νέα μου ποίηση
Η μουσική έρχεται από το παρελθόν
Σκονισμένα όργανα. Σκληρά δάκτυλα
Οι μουσικοί γύρω στην πλατεία. Σε σειρές
Τα όνειρα των ανθρώπων κοιτούν απ’  τα παράθυρα
Οι δευτεραγωνιστές  της ιστορίας στέκονται στις σκιές
Η εικόνα βαθμιαία θολώνει. Αρχίζει να σβήνει
Όλα γίνονται λέξεις, γράμματα
Μαύρα σημάδια σε άσπρο φόντο


Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

ΤΕΛΕΙΑ ΔΙΑΙΡΕΣΗ

Δύο μνημόσυνα και γω ανάμεσα. Μαύρα ρούχα. Και άλλα χρώματα. Σε αξεσουάρ. Τσάντες, τσαντάκια. Κυρίως γυναίκες. Ξαδέρφια που βρίσκονται μετά από πολύ καιρό. Τι κάνουν τα παιδιά; Τι σπουδάζουν; Κάποιους τους ενοχλεί το αεράκι. Ο δρόμος έχει κίνηση. Κόρνες. Ένα δίωρο ανάπαυλα. Μια αφορμή για ένα κείμενο. Πίνοντας καφέ. Ανάμεσα σε δύο μνημόσυνα. Ο μοναδικός πελάτης εκτός μνημοσύνων. Δεκατέσσερα σε τρεισήμισι χρόνια. Κάτι τέτοιο έγινε σε μια γνωστή της διπλανής. Δεν μπόρεσα να καταλάβω το συμβάν. Ή το γεγονός, που συνέβη δεκατέσσερις φορές σε τρεισήμισι χρόνια. Το πηλίκο της διαίρεσης είναι τέσσερα. Τέλεια διαίρεση. Άρα ύποπτη η κουβέντα. Ως προς την αλήθεια της. Στη ζωή οι διαιρέσεις δεν είναι τέλειες. Πάντα κάτι περισσεύει ή λείπει. Υπόλοιπα. Και τα υπόλοιπα δεν αθροίζονται γιατί ανήκουν σε διαφορετικές διαιρέσεις. Όπως δεν μπορούν να ενωθούν τα δύο μνημόσυνα. Το ένα πάνω στη βεράντα, το άλλο στο κάτω επίπεδο. Τι θα γινόταν αν αθροίζονταν τα υπόλοιπα. Αν επιτρεπόταν να συμβεί αυτό. Κάθε υπόλοιπο έχει μια ταυτότητα. Είναι το προϊόν κάποιας συγκεκριμένης διαίρεσης. Όπως τα ρετάλια ξύλου και μετάλλου στο εργαστήριο ενός ξυλουργού, ενός σιδερά. Ξύλο και μέταλλο όμως μπορούν να συνυπάρξουν. Όπως στα μοντέρνα μικροέπιπλα. Αυτά που βλέπω στα μαγαζιά της Βασιλέως Ηρακλείου. Δίπλα στα λουλουδάδικα. Προς τη Βενιζέλου. Έπιπλα που αποπνέουν μια βιομηχανική αίσθηση. Τα ξύλα έχουν πάνω τους μεγάλα μαύρα γράμματα. Σαν κομμάτια από μεγάλες ξύλινες συσκευασίες μηχανημάτων. Σαν να βρίσκεσαι σε κάποιο εργοστάσιο. Απ’ αυτά που έκλεισαν. Ενθύμια θα μπορούσε να ήταν. Τα έπιπλα αυτά. Τα μνημόσυνα. Δεν ξέρω για ποιους ή ποιες είναι. Ετήσια ή σαράντα. Δεν ξέρω. Οι νεκροί τι δουλειές έκαναν. Τι έπιπλα τους άρεσαν. Αν η αγαπημένη τους πράξη ήταν ο πολλαπλασιασμός ή η διαίρεση. Η πρόσθεση ή η αφαίρεση. 


Τρίτη 12 Μαρτίου 2013

El Camaron de la isla


Βγαίνει από την πόρτα και κατηφορίζει τον κεντρικό δρόμο. Όχι ολόκληρης της πόλης αλλά της συνοικίας που έτυχε να περάσει την προηγούμενη νύχτα. Περπατά γρήγορα, σχεδόν τρέχει. Περνά ανάμεσα από σταθμευμένα αυτοκίνητα, καρότσια με μωρά, ηλικιωμένους που ανηφορίζουν αργά, κρατώντας τα ψώνια της ημέρας στα χέρια. Μέσα σε φθηνές πλαστικές σακούλες. Όχι δεν υπάρχουν ακριβές πλαστικές σακούλες. Μόνο φθηνές πλαστικές σακούλες υπάρχουν. Ή μήπως δεν είναι έτσι;  Μήπως όλα εξαρτώνται από το νόημα της λέξης φθηνές: Τι είναι οι φθηνές πλαστικές σακούλες; Είναι φθηνές συγκρινόμενες με άλλες πλαστικές σακούλες ή με άλλες τσάντες, καλάθια, καροτσάκια έστω; Η έννοια του φθηνού είναι ζήτημα κόστους ή γούστου; Και επανέρχεται στους ηλικιωμένους, γιατί έχουν χρόνο να ξοδέψουν αυτοί. Ή έτσι αυτός νομίζει που δεν είναι ηλικιωμένος. Αλλά ελπίζει να γίνει. Ένας χαρούμενος ηλικιωμένος. Ένας ηλικιωμένος με όσο το δυνατόν λιγότερα προβλήματα. Ο χρόνος λοιπόν για τους ηλικιωμένους κυλά αλλιώς. Φρενάρει συχνά, στις αιχμές, τα χάσματα, τις ασυνέχειες του παρελθόντος. Του καθενός αλλά και όλων μαζί. Κάποτε επιβραδύνει και μετά πάλι συνεχίζει.
Συγκεντρώνεται σε κάτι παρακάτω και προσπαθεί να το φτάσει. Το φτάνει και μετά κάτι άλλο και πάλι κάτι άλλο. Οι δρόμοι αλλάζουν στη διαδρομή. Τα κτίρια δεξιά και αριστερά, αλλάζουν χρώματα, σχήματα, μεγέθη. Οι άνθρωποι που συναντά, οι εκφράσεις τους. Κάθε μέρα διαφορετικά, κάθε μέρα τα ίδια. Η ίδια διάθεση που ποτέ δεν είναι πραγματικά η ίδια. Όμως είναι οι ίδιοι άνθρωποι. Αν ήταν μουσική, θα ήταν η ίδια. Μόνο μικρές διαφορές που θα’ χουν να κάνουν με τους μουσικούς κυρίως. Και το μαέστρο. Τον καιρό. Τη βροχή που έπεσε ή δεν έπεσε.
Δεν ξέρει με τι παλεύει. Καθώς προχωράει και αλλάζει στάσεις διαρκώς το σώμα του. Κάτι αόρατο σπρώχνει. Κάτι αόρατο τον σπρώχνει. Προσπαθεί να μπει στη θέση του. Να ακολουθήσει τα ίχνη του. Το κενό του σώματός του, που πάντα καλύπτεται, αμέσως μετά τη δημιουργία του. Αλλά και το σώμα του το ίδιο κάνει. Καταλαμβάνει πάντα καινούργιες θέσεις στο χώρο. Απρόσκλητα, απροειδοποίητα. Μπροστά σε τεχνητές επιφάνειες, ή πάνω σε τέτοιες ή πολύ μακριά τους. Έτσι ώστε να μένει αρκετός χώρος και στους άλλους, στους δίπλα, στους απέναντι. Τους άλλους ανθρώπους.
Γι αυτό του αρέσει να μένει σε πόλη. Γι΄ αυτή τη γειτνίαση. Με τους άλλους ανθρώπους. Τα πολλαπλά επίπεδα. Οριζόντια, κάθετα, που αλλάζουν διεύθυνση άναρχα, τυχαία, εντέλει χαοτικά. Πάντα όμως υπάρχει η σχέση του κάθετου με το οριζόντιο, σημείο αναφοράς. Δεν αρκεί όμως να εξηγήσει τη συνδετική ύλη και αιτιότητα ανάμεσα στα πράγματα που τον περιστοιχίζουν και είναι κάτω του, πάνω του, δίπλα του.
Κι αν τύχει κάποτε να έρθει κοντά σε κάτι απ’ αυτά. Κάθε φορά. Νοιώθει έκπληκτος. Για τις δυνατότητες του φαινομένου της ζωής, την ποικιλομορφία. Των πραγμάτων. Των ανθρώπων. Των ήχων Των κινήσεων. Των μεταθέσεων. Των Διατάξεων. Του υποτιθέμενου τυχαίου των πραγμάτων. Αλλά τα πράγματα είναι πάντα εκεί, όπως και οι άνθρωποι. Το ίδιο απίθανοι. Το ίδιο προβλέψιμοι.
Αυτά σκέφτεται και προχωράει. Περνά από πάρκα, πλατείες. Αλλάζει πεζοδρόμια. Μα ακριβώς πίσω του, ένας ακάματος καταγραφέας της πορείας του. Στιγμιαίος. Περιστασιακός. Η μνήμη του δρόμου. Που ποιος ξέρει αν θα ανακαλυφθεί κάποτε. Από τη επιστήμη του μέλλοντος. Τα αποτυπώματά του στο σκληρό υλικό των πεζοδρομίων. Στη μαλακή ουσία του χρόνου, που πάνω του πατάμε. Κι όχι όπως νομίζουν οι περισσότεροι ότι ζούμε μέσα του. Πάνω στο χρόνο πατάμε. Κι ο χρόνος από τα πατήματα αλλάζει κι αυτός. Παίρνει το σχήμα μας συνεχώς. Εις βάρος μας.

Σάββατο 9 Μαρτίου 2013

ΟΔΟΣ ΛΟΙΜΩΔΩΝ ΝΟΣΩΝ


Προσοχή στις αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας, δεν είναι πάντα αληθινές. Μου είχε πει κάποτε κάποιος. Που μια περίοδο τον θαύμαζα, όμως μετά μάλλον τον απομυθοποίησα κι αυτόν. Και δεν ξέρω αν είχε τελικά δίκιο. Ή αν εγώ είχα δίκιο. Δεν έτυχε να το διασταυρώσω με δικές μου μνήμες ή της γυναίκας μου με την οποία μιλάμε συχνά για τέτοια θέματα, τα βράδια πριν πάμε για ύπνο. Όπως παλιότερα μιλούσα έτσι με φίλους μου, σε ταβέρνες ή καλύτερα βγαίνοντας από τις ταβέρνες αργά το βράδυ. Όταν έχοντας μείνει καθισμένος επί ώρες στις άβολες ψάθινες καρέκλες ανακαλύπτεις και πάλι τις δυνατότητες του κορμιού σου. Που έχοντας το αλκοόλ να κυλάει μέσα του αποκτάει και άλλες δυνατότητες. Πρόσκαιρες βέβαια.  Έχοντας τέτοια περίπου διάθεση, καθώς ξεφύλλιζα ένα βιβλίο στον Ιανό για τόπους βίας στη Θεσσαλονίκη, ή κάπως έτσι, έπεσα πάνω σε μια σελίδα που έγραφε για ένα έγκλημα σε ένα άθλιο καταγώγιο, σκυλάδικο όπως λέμε, απ’ αυτά που άνοιξαν τα τελευταία 10-20 χρόνια στην περιοχή της Γιαννιτσών. Δεν θυμάμαι το όνομα του μαγαζιού. Θυμήθηκα όμως το δρόμο όταν είδα τη φωτογραφία που συνόδευε το κείμενο. Οδός Λοιμωδών Νόσων. Θυμήθηκα που έγραψα παλιότερα για την οδό Αγίου Κωνσταντίνου στη Θεσσαλονίκη. Ωραία πόλη, σκέφτηκα, δεν έχει οδό Αγίου Κωνσταντίνου, αλλά έχει οδό Λοιμωδών Νόσων. Τα λοιμώδη νοσήματα επίκαιρα πλέον καθώς επέστρεψαν. Ελέω φτώχιας και μεταναστών. Γιατί πάντα οι άλλοι φταίνε για τα χάλια μας. Συνένοχοι στην άσπλαχνη μοίρα μας. Και βλέποντας από τη τζαμαρία τον κόσμο να διασχίζει  την Αριστοτέλους έβγαλα τα γυαλιά μου και διάβασα το συνοδευτικό κείμενο. Κάποιος, άντρας πενηντάρης, σκότωσε κάποιον άλλο. Ξημερώματα ήταν, για τα μάτια μιας γυναίκας. Θα’ ταν η ώρα που μέσα στο μεθύσι ο χρόνος αλλάζει, γίνεται κολλώδης με ζάρες, πτυχώσεις, έτοιμος να εκτιναχθεί, αλλά δεν κινείται όπως πριν και τα γεγονότα βαραίνουν και οι άλλοι μεγαλώνουν ή μικραίνουν και εμείς αντίθετα μικραίνουμε ή μεγαλώνουμε. Ή μας πιάνουν τα γέλια και σκεφτόμαστε πόσο καλά είμαστε όπως είμαστε ή χαιρόμαστε για όσα συμβαίνουν. Ή μας πιάνει μια λύπη, που θέλει κι άλλα από μας αλλά εμείς δεν έχουμε άλλα να της δώσουμε. Κι αυτή παίρνει ότι βρει.  Ή δεν ξέρω τι άλλο ψάχνει, εκεί. Τέρμα Λοιμωδών Νόσων. Έτσι ονομαζόταν ο δρόμος του πατρικού μου πριν γεννηθώ. Δεν ήταν δρόμος ουσιαστικά ήταν κάτι σαν μονοπάτι, διαδρομή, μέσα σε χωράφια, λίγα σπίτια, αποθήκες, παράγκες, μπαχτσέδες. Και λάσπες. Όπως διάβασα σε κάτι παλιά κιτρινισμένα χαρτιά από την εφορία. Τότε που δεν υπήρχαν αντικειμενικές αξίες των ακινήτων και ο φόρος υπολογιζόταν από τον έφορο. Τέτοια χαρτιά είχαν πολλά τα συρτάρια με τα προικώα εργόχειρα της μάνας μου. Μαζί με φωτογραφίες ασπρόμαυρες τραβηγμένες στο Λευκό Πύργο, στην Ακρόπολη, στα κάστρα. Νέοι άντρες, στρατιώτες. Αδέλφια, γονείς, ξαδέλφια γείτονες, φίλοι. Φωτογραφημένοι δυο δυο ή τρεις τρεις ή μόνοι τους με στολή εξόδου ή όχι. Και νέες κοπέλες με φουντωτά κλαρωτά φουστάνια. Όλες ασπρόμαυρες φωτογραφίες, τόσο που νομίζεις ότι και η εποχή ήταν ασπρόμαυρη, αλλά δεν ήταν έτσι και αρκεί μια παλιά έγχρωμη φωτογραφία εκείνης της εποχής για να πιστέψουμε άλλα και να κάνουμε άλλους συνειρμούς. Σαν την φωτογραφία απ’ τα Χαυτεία που κυκλοφόρησε πέρυσι στο διαδίκτυο. Χριστούγεννα δεκαετίας του 60. Τότε που υπήρχαν αυτοκίνητα  βαμμένα σε απίθανες λαδί αποχρώσεις. Και τις περισσότερες φορές στην πίσω όψη της φωτογραφίας κάποια κακογραμμένη αφιέρωση.  Σε ελληνικά, που προσπαθούσαν να μιμηθούν τους καθωσπρέπει τρόπους της εποχής, ενώ η ζωή δεν ήταν έτσι. Υπήρχαν και γράμματα, βεβαιώσεις, αντίγραφα συμβολαίων. Αλλά και πατρόν, σχέδια κεντημάτων της DMC και σελίδες ημερολογίων τοίχων, που πίσω είχαν στιχάκια. Που τα διάβαζες και κάποια σου άρεσαν. Και πάλι στο νου μου ο δρόμος, με παλιά ξυλάδικα. Ο δρόμος που ήταν χωματόδρομος. Που είχε κίνηση. Κάπου πιο κάτω ένα εργαστήριο που έφτιαχνε παστέλια. Είχα μπει μικρός μια φορά μέσα και είδα απλωμένη την πάστα με το μέλι και το ψημένο σουσάμι στο τραπέζι και μετά όπως την έκοβε ο μάστορας σε μικρές λωρίδες. Δεν έμοιαζε με το σάμαλι το παστέλι. Ούτε στην όψη ούτε στη γεύση. Το σκυλάδικο. Που λεγόταν Μεταξύ μας ή Ραντεβού Στα Τυφλά ή Το Πλοίο Της Αγάπης ή Ο Φτερωτός Θεός. Δε θυμάμαι. Ήταν στο ισόγειο ενός κτιρίου που ήταν παλιά κινηματογράφος. Η Βιολέτα. Εκεί τέλος του ‘60 πρέπει να ήταν, θυμάμαι να με πιάνουν από το χέρι, σφιχτά και γω παιδάκι να βλέπω παλτά και πόδια και σηκώνοντας το κεφάλι ψηλά να βλέπω άλλα κεφάλια και άσπρα ταβάνια και λάμπες πυρακτώσεως μόνες τους κρεμασμένες από τα ταβάνια με μακριά καλώδια, χωρίς γλόμπο. Τα έργα που βλέπαμε ήταν ασπρόμαυρα μάλλον, ελληνικά, αλλά δεν είμαι σίγουρος. Η Βιολέτα είχε και θερινό από πάνω στην ταράτσα. Ο τοίχος της οθόνης ακόμη υψώνεται. Προς τον ουρανό. Σαν αλεξικέραυνο, περιμένοντας να γειώσει ότι έχει απομείνει από παλιές εικόνες που γυρίζουν. Και φεύγουν από τα μάτια που κοιτούν από τα γύρω μπαλκόνια, που τώρα είναι πιο ψηλά, με καλύτερα κάγκελα. Τα μάτια ανήκουν σε ανθρώπους που βγαίνουν να καπνίσουν στο μπαλκόνι και τους αρέσει η θέα η ότι γιατί βγήκαν στο μπαλκόνι για να καπνίσουν και όχι για τη θέα. Κάποια εποχή η Βιολέτα έγινε βιοτεχνία παπουτσιών, μετά έγινε μίνι μάρκετ. Μετά σταμάτησα να περνώ από κει. Αγόρασα αυτοκίνητο.  Αραίωσαν τα περάσματά από την Γιαννιτσών. Προτιμούσα τη Μοναστηρίου. Που στη διάρκεια της ζωής μου έχει υποστεί λιγότερες αλλαγές καθώς ήταν ήδη σχηματισμένος αστικός δρόμος. Μου άρεσε πλέον ο Τόττης στην παραλία στη συμβολή με της Αγίας Σοφίας. Μετά ήρθαν τα σκυλάδικα και το φονικό. Εγώ όμως δεν ήμουν εκεί. Πιο κάτω υπήρχε ένα γυμνάσιο. Εκεί έμενε ο φίλος μου ο Μιχάλης. Το παλιό του σπίτι υπάρχει ακόμη δεν χτίστηκε. Απέναντι στο δρόμο ήταν μια μεγάλη ξυλαποθήκη. Έχει κλείσει. Εκεί που η Λοιμωδών νόσων συναντά την κάθετη οδό, την Τσορλίνη όπως λέγεται σήμερα, υπήρχε ένα τμήμα Τροχαίας. Στο ισόγειο υπήρχε ένα φυλάκιο και το παρκινγκ των αυτοκινήτων. Τα γραφεία ήταν στον όροφο. Ποτέ δεν ανέβηκα πάνω. Μόνο περνούσα και κοιτούσα προς το τμήμα Τροχαίας που ήταν ανοιχτό μέρα νύχτα. Περνούσα για να πάω παρακάτω. Την άνοιξη. Για να πάρω λάστιχα για σφεντόνα. Μόνο το ψιλικατζίδικο εκεί τα πουλούσε σε όλη την περιοχή. Είχε κόσμο πολύ τότε η περιοχή. Και δουλειές είχε. Και ήταν ένας άλλος χρόνος ένας άλλος τόπος. Όχι βίας. Τέτοιος έγινε μετά, όπως άλλοι τόποι βίας σήμερα έγιναν εστιατόρια και καλά μαγαζιά. Και τίναξαν από πάνω τους την στάχτη και την σκόνη του χρόνου. Γιατί  οι άνθρωποι τα ψάχνουν κάτι τέτοια. Επειδή το ξέρουν καλά χωρίς να το συνειδητοποιούν ότι όλα γυρίζουν. Και τίποτα δεν μένει για πάντα. Ούτε τίποτα είναι τόσο καλό ή τόσο κακό όσο φαίνεται. Γιατί και ότι φαίνεται κάποιος το βλέπει. Και όλοι οι άνθρωποι δεν βλέπουν τα ίδια πράγματα. Ή καλύτερα βλέπουν τα ίδια πράγματα. Αλλά δίνουν άλλες ερμηνείες στα πράγματα που βλέπουν. Και οι ερμηνείες δεν είναι λόγια, δεν είναι γραμμένες στο χαρτί. Τώρα είναι έτσι και μετά είναι αλλιώς . Επί τόσα άτομα. Τόσες παραλλαγές. Άγραφες. Πλάι στις άλλες, τις γραμμένες.  Όσο τον κόβει τον καθένα. Ή όπως έλεγε η μάνα μου, ότι φτάσει ο καθένας.
Θεσσαλονίκη, 04-03-2013

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ


Κοίταξε ξανά την κάρτα. Ευγένιος Γαλατάς. Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω. Οδός Αγίου Κωνσταντίνου 18. Πρέπει να είναι το επόμενο κτίριο, σκέφτηκε και πράγματι έτσι ήταν. Η ταμπέλα στην είσοδο, δίπλα στα κουδούνια, καλαίσθητη.  Πέμπτος όροφος. Το ραντεβού ήταν για τις εφτά. Είχε φτάσει πέντε λεπτά πριν. Ανέβηκε με το ασανσέρ. Στο βάθος του διαδρόμου βρήκε την πόρτα. Εντυπωσιακή. Ξύλινη με βιτρό. Καφέ και κίτρινο ημιδιαφανές. Δεξιά και αριστερά δύο χέρια που συγκλίνουν στο κέντρο και ενώνονται όπως σε χειραψία. Και από πάνω πάλι το όνομα και οι τίτλοι. Παράξενο γούστο έχει ο κύριος Γαλατάς, σκέφτηκε. Πάτησε το κουδούνι. Η πόρτα άνοιξε. Μπαίνοντας τον υποδέχτηκε μια  πολύ όμορφη κοπέλα γύρω στα τριάντα, ντυμένη μάλλον συντηρητικά. Η γραμματέας θα είναι, σκέφτηκε. Είπε το όνομά του. Λέανδρος Παπαϊωάννου. Τον πέρασε σε ένα σαλονάκι και του είπε να περιμένει. Ο κύριος Ευγένιος θα τον έβλεπε σε δέκα λεπτά. Τον ρώτησε αν ήθελε καφέ, αλλά αυτός αρνήθηκε ευγενικά. Ο καφές μετά τις πέντε το απόγευμα τον πείραζε. Δυσκολευόταν να κοιμηθεί το βράδυ. Κάθισε σε μια μαύρη δερμάτινη πολυθρόνα. Κοίταξε τριγύρω. Παράξενο περιβάλλον. Στον απέναντι τοίχο ένας πίνακας του Πεντζίκη. Με κόκκινες καρικαντζούρες. Κυρίως. Δεν κατάλαβε αν ήταν πρωτότυπο ή αντίγραφο. Ο φίλος του ο Δημήτρης που του σύστησε τον Γαλατά, τον είχε προειδοποιήσει. Είναι περίεργος. Άνθρωπος της εκκλησίας με πολύ περίεργο γούστο. Για την υπόθεσή σου όμως ειδικός. Ο καλύτερος. Συνέχισε να περιεργάζεται το χώρο, καθώς η ώρα περνούσε μάλλον αργά. Στη γωνία ένα μινιμάλ φωτιστικό. Μια τεράστια γυάλινη σφαίρα σε ανοιχτή γκρι απόχρωση, που πατούσε πάνω σε ένα άσπρο σωληνοειδή κορμό. Στο πάνω μέρος του κορμού υπήρχε μια μαύρη λουρίδα από την οποία προεξείχε ένα μικρό κρεμ κουμπί. Ήταν μάλλον το ντίμερ. Ο άσπρος κορμός κατέληγε κάτω σε μια επίπεδη στρογγυλή βάση, μάλλον μεταλλική, σε σκούρα γκρι απόχρωση. Από την άκρη της βάσης έβγαινε ένα άσπρο καλώδιο που χανόταν κάτω από τον τριθέσιο καναπέ. Επίσης σε μαύρο δέρμα. Έψαξε τα περιοδικά στο τραπεζάκι. Κυρίως ταξιδιωτικά, αλλά και κάποια διακόσμησης, ένθετα κυριακάτικων εφημερίδων. Πήρε ένα. Άρχισε να το ξεφυλλίζει, αλλά το βρήκε βαρετό και μάταιο. Είχε ξεχάσει τα γυαλιά του στα σπίτι και το διάβασμα πλέον δεν του ήταν εύκολο χωρίς αυτά. Το βλέμμα του έπεσε σε ένα αντικείμενο που βρισκόταν πάνω στο τραπεζάκι της γωνίας. Στην αρχή του φάνηκε για παραδοσιακό ποτήρι μπύρας με καπάκι. Απ’ αυτά που φέρνουν όσοι πάνε στο Μόναχο. Αλλά κοιτώντας το καλύτερα διαπίστωσε ότι δεν ήταν. Σηκώθηκε και το πήρε στα χέρια του. Ξανακάθισε.  Ήταν φτιαγμένο από φυσητό γυαλί. Κυρίως μπλε. Καθώς υπήρχαν και κόκκινες  περιοχές. Με ένα μεντεσέ στη μία άκρη. Η βάση ήταν ασημένια, ενώ κάτω από το άνω άκρο ήταν τοποθετημένος ένας μαύρος διάτρητος δίσκος. Ο μεντεσές ένωνε το πάνω με το κάτω γυάλινο τμήμα. Πίσω από τον μεντεσέ προεξείχε κάτι σαν καρφί με μεγάλο πλατύ κεφάλι. Το περιεργάστηκε για αρκετά δευτερόλεπτα. Είχε ύψος περίπου είκοσι εκατοστά. Τελικά αποφάνθηκε ότι ήταν θυμιατήρι. Όχι από τα συνηθισμένα που κυκλοφορούν στο εμπόριο, τα ορειχάλκινα, σαν αυτό που είχε στο ντουλαπάκι του τάφου της μάνας του. Αυτό ήταν μεγαλύτερο. Το έφερε στη μύτη του. Πρέπει να είχε χρησιμοποιηθεί πρόσφατα. Μύριζε θυμίαμα, καλής ποιότητας. Εκείνη τη στιγμή η πόρτα του γραφείου άνοιξε και βγήκε από μέσα ο κύριος Ευγένιος συνοδεύοντας τον ηλικιωμένο επισκέπτη του προς την εξώπορτα. Ο υποψήφιος πελάτης που περίμενε στο σαλονάκι, άφησε το παράξενο θυμιατήρι στο τραπεζάκι και σηκώθηκε φτιάχνοντας το σακάκι του. Ο κύριος Ευγένιος αφού έκλεισε την πόρτα γύρισε προς το σαλονάκι και είπε με στόμφο: Η κόρη μου η Μαριέτα, γνωριστήκατε; Δικηγόρος, κάνει το διδακτορικό της στο διεθνές δίκαιο. Α, μπράβο, μπράβο, απάντησε και μπήκε στο γραφείο. Πίσω του η Μαριέτα κοίταξε με νόημα τον πατέρα της. 

Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2013

Monte Carlo Simulation -2-


Στα περασμένα 
Και στα μελλούμενα
Συχνά αφήνομαι
Καθώς ολόγυρα
Οι μουσικοί παίζουν
Τη μουσική του παρόντος
Οι άλλοι χορεύουν
Σε μικρή απόσταση
Διακριτικοί, όπως το συνηθίζουν
Τα φώτα, οι λάμψεις
Κάνουν το συμβάν ονειρικό
Είναι και δεν είναι, σκέφτομαι
Αλλά άλλοτε είναι
Και άλλοτε δεν είναι
Χωρίς να είναι ξεκάθαρο
Πότε είναι και πότε δεν είναι
Αυτό είναι το πρόβλημα με τα πράγματα
Και τους ανθρώπους 
Και τα αντικείμενα, ακόμα και τις καταστάσεις
Δεν μπορείς να ξεχωρίσεις 
Πότε είναι και πότε δεν έίναι
Λίγο καλύτερα είναι τα πράγματα
Όταν είναι ν' αποφασίσεις
Πότε τα πράγματα ήταν ή δεν ήταν
Όχι αν υπήρξαν, γι' αυτό είσαι σίγουρος
Ή σε χρόνο μέλλοντα
Πότε θα είναι και πότε δεν θα είναι
Το τελευταίο λέγεται και πρόβλεψη

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2013

ΜΠΛΕ ΘΑΝΑΤΟΣ


Ο γιατρός ήταν κατηγορηματικός. Σύνδρομο Wilkinson. ‘Όπως τα ξυραφάκια, σκέφτηκε. Πολύ σπάνιο αλλά συμβαίνει. Κυρίως σε άντρες μετά τα σαράντα. Υπάρχουν επίσημα περίπου τριακόσια περιστατικά καταγεγραμμένα παγκοσμίως. Του εξήγησε τα συμπτώματα. Ξαφνική ανικανότητα να δει κανείς το μπλε χρώμα. Στη θέση του ο ασθενής βλέπει αποχρώσεις του γκρι. Τα υπόλοιπα χρώματα τα βλέπει κανονικά. Πρόκειται για μη αναστρέψιμη βλάβη. Στη βιβλιογραφία αναφέρεται και ως “μπλε θάνατος”. Κάθε φορά το πρόδρομο σημάδι είναι το ίδιο. Λίγες μπλε τρίχες πίσω από το αριστερό αφτί. Όταν συμβεί αυτό, το πολύ σε δέκα μέρες εμφανίζεται το κυρίως σύμπτωμα. Και εγκαθιδρύεται.
Ακούγοντας το γιατρό να μιλάει, μετά βίας συγκρατούσε τα γέλια του. Μα είναι δυνατόν σκέφτηκε. Αυτά είναι γελοία πράγματα. Τις μπλε τρίχες τις είχε δει πρώτος ο συνάδελφός του ο Τάκης στο γραφείο καθώς τον περίμενε να τελειώσει τις φωτοτυπίες που έβγαζε. Δανείστηκε ένα  καθρεφτάκι και κλείστηκε στην τουαλέτα προσπαθώντας να εντοπίσει τις τρίχες. Δεν ήταν πολλές. Μια μικρή τουφίτσα ήτανε. Το πολύ τριάντα ρίζες. Άρχισε να τις τρίβει μήπως και ήταν απλώς βαφή ή λέρωμα. Τίποτα. Μετά άρχισε να τις τραβάει. Μία βγήκε. Την είδε προσεκτικά. Πράγματι ήταν μπλε. Σκούρο.
Μέτρησε τις μέρες. Σε δέκα μέρες το πολύ. Ήταν Παρασκευή και έμεναν περίπου τρεις μέρες ίσως δύο. Ο γιατρός τράβηξε πολλές φωτογραφίες. Κυρίως τις τρίχες. Του πήρε πλήρες ιστορικό και έδωσαν ραντεβού για την Τρίτη. Μάλλον θα έκανε δημοσίευση σχετικά σε κάποιο συνέδριο.
Φεύγοντας από το ιατρείο πέρασε από το βίντεο κλαμπ της γειτονιάς. Πήρε την “μπλε ταινία” του Κισλόφσκι και το “είμαι μια περίεργη μπλε” που δεν το είχε δει. Πηγαίνοντας για το σπίτι του πέρασε από μια κάβα. Σκέφτηκε να πάρει ένα μπουκάλι “μπλου κουρασάο”, αλλά συνέχισε. Το ήξερε από τη δεκαετία του ογδόντα. Όταν ήταν στο λύκειο. Έβλεπε τους άλλους να το πίνουν στα πάρτι, στις ντίσκο. Όχι ποτά σήμερα, σκέφτηκε. Τελικά ξαναγύρισε πίσω. Πήρε και το “απέραντο γαλάζιο”.
Μπήκε στο άδειο σπίτι. Έμενε μόνος του. Έκανε μπάνιο και είδε Κισλόφσκι. Η ώρα πήγε έντεκα. Τον πήρε ο ύπνος. Το επόμενο πρωί ξύπνησε νωρίς. Βγήκε αμέσως στο μπαλκόνι. Ο ουρανός ήταν γαλάζιος. Ο ήλιος ανέβαινε στον ουρανό. Θα έκανε καλή μέρα. Το κακό δεν είχε συμβεί. Έσκυψε και είδε τις πυτζάμες του. Μπλε ριγέ. Με κάθετες ρίγες. Οι κάθετες ρίγες, του έλεγε η μάνα του, προσθέτουν μπόι. Να τις προτιμάς. Μόνο ριγέ πυτζάμες φορούσε. Είδε τρία ταξί να περνάνε το δρόμο. Όχι κάθετα. Οριζόντια. Είμαι καλά, σκέφτηκε και μπήκε μέσα. Χαλάρωσε. Έφαγε πρωινό, έκανε καφέ και ντύθηκε. Άνοιξε τον υπολογιστή και διάβασε τα μηνύματα. Τίποτα σημαντικό. Έψαξε για το σύνδρομο από το οποίο υποτίθεται έπασχε. Όπως τα είχε πει ο γιατρός. Ο κύριος Λέανδρος. Άρχισε να ανησυχεί και πάλι. Κατέβηκε, πήγε στο φούρνο, εφημερίδα και πάνω. Για τα ψώνια της εβδομάδας θα πήγαινε αργότερα. Αποφάσισε να μη μαγειρέψει. Θα έτρωγε έξω. Ίσως τηλεφωνούσε αργότερα τον κολλητό του. Το Θανάση. Το λογιστή. Άνοιξε το ραδιόφωνο και συνέχισε να πίνει τον καφέ του ξεφυλλίζοντας την εφημερίδα. Επιστήμονες στην Ιαπωνία κατάφεραν να εμφυτέψουν μικροτσίπ σε μάτι τυφλού και ξαναβρήκε το φως του. Συνέχισε. Από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα μύρισαν τα γεμιστά της γειτόνισσας. Ακουγόταν τώρα το τραγούδι του Πάριου “τα γαλάζιά σου γράμματα”. Χαμογέλασε στο κενό. Το κενό όπως συνήθως δεν ανταποκρίθηκε. Γιατί το κενό είναι τίποτα χωρίς περιεχόμενο, χωρίς δυνατότητες. Στο κενό δεν συμβαίνει τίποτα. Κάποτε είχε διαβάσει σε ένα βιβλίο, απ’ αυτά που κινούνται στο όριο μεταξύ επιστήμης και λογοτεχνίας, ότι η ύλη είναι συσσωρεύσεις κενού. Χωρικά. Αυτός που έγραψε το βιβλίο, σκέφτηκε, πρέπει να ήταν μέσα στο πλοίο Ματαρόα που το Δεκέμβριο του ‘45 ταξίδεψε από την Αθήνα στη Γαλλία. Δε θυμόταν το όνομά του.
Ξαφνικά άρχισαν να του έρχονται στο νου όλα τα έντονα μπλε πράγματα που είχε δει στη ζωή του. Ανάκατα. Χωρίς χρονική ή άλλη σειρά. Χωρίς ειρμό ή αλληλουχία. Σκόρπιες εικόνες. Το λουλάκι που χρησιμοποιούσε η μάνα του στο πλύσιμο. Τα γαλάζια ταβάνια στο σπίτι της γιαγιάς του. Ο στίχος της Νικολακοπούλου, γαλάζιο γύψο η οροφή. Οι μπλε ποδιές. Η μπλε ποδιά της Ασημίνας που ήταν στενή και καθώς καθόταν φαίνονταν τα πόδια της. Το φωτιστικό οινόπνευμα. Η θάλασσα. Τα ταξίδια με πλοίο που έκανε. Θάσος, Σκόπελος, Αγία Τριάδα παλιότερα, Κρήτη. Η γειτόνισσά του η Έφη, εθελόντρια νοσοκόμα του Ερυθρού Σταυρού με τη στολή της. Που πέθανε αργότερα από καρκίνο πριν κλείσει τα σαράντα. Η μουσική από την ταινία “μάτια ερμητικά κλειστά” που την θεωρούσε μπλε μουσική. Απλές μελωδίες στο πιάνο. Το μπλε της σημαίας. Τα καλά παντελόνια του πατέρα του και τα δικά του όταν ήταν παιδί. Οι μπλε οδηγοί χωρών και πόλεων. Λονδίνο, Βερολίνο, Μαδρίτη. Οι μπλε φόρμες γυμναστικής της δεκαετίες του εβδομήντα. Με τις άσπρες ρίγες στο πλάι. Δύο ή τρεις ρίγες, ανάλογα.  Ήρθαν στο νου του σκηνές από την ταβέρνα τα ”μπλε παράθυρα” στις Σαράντα Εκκλησιές, όταν πήγαινε φοιτητής. Αλλά και μετά, όταν τέλειωσε. Πριν πάει φαντάρος. Τα μπλε μάτια της Κατερίνας. Οι ταινίες του Σταύρου Τορνέ, που όλο άκουγε γ’ αυτές, μα ποτέ του δεν είδε. Τα στρουμφάκια. Η Πόπη που είχε ντυθεί τις περασμένες απόκριες Στρουμφίτα. Τα μαγαζιά στο Βαρδάρη με τα κρεμασμένα μπλου τζην. Τα μπλε λεωφορεία, που για κάποιον ανεξήγητο λόγο τα είχε συνδέσει με βαρείς χειμώνες, απαίσιες μυρωδιές και υγρασία. Τραγούδια. Το πουκάμισο το θαλασσί, πώς του παν καλέ τα μπλε. Αφίσες κολλημένες με μπλου τακ σε τοίχους.  Και πάλι θάλασσα, ουρανός, κύματα. Μπλε ταβάνια βαμμένα με υδρόχρωμα. Που μέσα στον τενεκέ είναι σκούρο αλλά όταν βάφεται και στεγνώνει ανοίγει πολύ.
Τότε μέσα σ’ αυτό το ντελίριο του μπλε και του γαλάζιου, για μερικά δευτερόλεπτα όλα γύρω του άσπρισαν. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του. Έκανε να σηκωθεί, αλλά παραπάτησε κι έπιασε τη καρέκλα. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα όλα γύρω άρχισαν να παίρνουν και πάλι σχήμα και χρώμα. Μόνο που στη θέση του μπλε έβλεπε γκρίζο. Είχε συμβεί.

Θεσσαλονίκη, 22-02-2013


Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013

Οδός Φράγκων


Έχω πάρει ξηρούς καρπούς απ’ το Μενεξόπουλο και γυρίζω περπατώντας αργά προς το γραφείο. Ανοίγω τα στραγάλια, παίρνω μερικά και συνεχίζω. Είναι έντεκα, μένουν άλλες τέσσερεις ώρες δουλειάς. Δε βιάζομαι. Η Φράγκων είναι απόλαυση αυτή την ώρα. Το βλέμμα μου πλανιέται στα υδραυλικά, μετά στα κηπουρικά, στα ηλεκτρολογικά, στα εργαλεία. Τότε τον βλέπω να έρχεται από το απέναντι στενό. Περνάει γρήγορα το δρόμο και χώνεται ανάμεσα στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα και μια σούβλα με κουδούνες και κουδουνάκια που γυρίζει. Όλο το χρόνο. Γνωστή φάτσα του κέντρου. Λαχειοπώλης. Γύρω στα εξήντα. Μάλλον. Έχει ένα τεράστιο πρόσωπο. Ιδιαίτερα το στόμα του. Άσπρος καθώς είναι, τα χαλασμένα δόντια του φαίνονται σαν δόντια σκουριασμένου πριονιού. Αν έλλειπε το πρόβλημα με τα δόντια θα έμοιαζε καταπληκτικά με τον Μελ Μπρούκς. Τα μαλλιά του πυκνά, μαύρα. Όλα στη θέση τους. Αυτά, σε αντίθεση με τα δόντια, δε θέλουν ιδιαίτερη φροντίδα και περιποίηση. Είναι θέμα γονιδίων. Περπατά κάπως σκυφτός κρατώντας τα λαχεία σφιχτά στο δεξί χέρι και στο αριστερό σφίγγει μια κρεμαστή τσάντα. Μάλλον εκεί φυλάει τα λαχεία. Το δεξί έχει πάντα λίγα. Τα τελευταία. Άλλοτε λήγουν σε πέντε, άλλοτε σε εφτά και πάει λέγοντας. Τα ρούχα του γυαλίζουν από τη λίγδα. Κάποιες ραφές έχουν αρχίσει να ξηλώνονται. Τα παπούτσια τουλάχιστον ένα νούμερο μεγαλύτερα. Μαύρα, με ζάρες και ένα τόνο τζιλιά πάνω τους. Τον βλέπω συχνά. Οι λαχειοπώλες συνήθως κινούνται συνεχώς. Ο συγκεκριμένος έχει μια βαριεστημένη όψη και το συνήθειο να κοιτά στα μάτια όλους όσους θεωρεί υποψήφιους πελάτες, λέγοντάς τους κάτι. Διαφορετικό στον καθένα. Μπροστά μου ένας ηλικιωμένος με ντοματιές στη σακούλα. Του λέει μακρόσυρτα, «Στο πεντάρι. Το πεντάρι έχει εφτά βδομάδες να βγει.». Τζίφος. Στρέφεται σε μένα. «Έχει λαλήσει ο κόσμος φιλαράκι.». Δεν απαντάω. Μου ρίχνει ένα βλέμμα γεμάτο περιφρόνηση. Σταματώ ελάχιστα στη βιτρίνα του χαρτοπωλείου και τον αφήνω να περάσει. Είναι μπροστά μου και περπατώντας σκανάρει όποιον συναντάει. Σηκώνω το βλέμμα μου και βλέπω πιο πέρα στη γωνία τον ποιητή Χρίστο Ντινόπουλο να κοντοστέκεται στην άκρη του δρόμου στηριζόμενος σε ένα αυτοκίνητο. Όπα, λέω από μέσα μου θα συναντηθούν. Ο Ντινόπουλος πάνω από τα ογδόντα πια, συνεχίζει όμως να ρίχνει το φαρμάκι του συχνά. Έχω το λαχειοπώλη μπροστά και πλησιάζουμε τη γωνία. Εκείνη τη στιγμή βγαίνουν από το χρωματοπωλείο δυο κοπέλες. Λέει η μία «Ρε συ, ο Ντινόπουλος.», «Ποιος;», «Αυτός που τα’ χωσε στην Τσομπανίδου, ρε συ. Πολλή φάση.» Ο λαχειοπώλης πλησιάζει, ρίχνει μια ματιά στο ωδείο απέναντι. Ακούγονται ήχοι κρουστών από μέσα. Στην ατμόσφαιρα μια αδιόρατη μυρωδιά κανέλλας από το μπουγατσατζήδικο της γωνίας. Κοιτάζει στα μάτια τον ποιητή του χαμογελάει και του λέει «Ξέρω, ξέρω κύριε Χρίστο. Οι ποιητές δεν αγοράζουν λαχεία».



Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

ΜΙΚΡΟ - ΜΕΓΑΛΟ Β΄


ΜΙΚΡΟ: Εφηβικό ενύπνιο στην επαρχία, του Αλέξη Ζήρα

ΑΚΟΜΑ και στον ύπνο μου όταν έρχεσαι
Σε παραστέκει ο αδελφός σου ...


ΜΕΓΑΛΟ: Φρακασάνες, του Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλου

ΚΑΘΩΣ  ΓΥΡΙΖΑ ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο ἐ­κεῖ­νο τὸ με­ση­μέ­ρι, ἔ­πια­σε ξαφ­νι­κὰ μιὰ μπό­ρα καὶ ἔ­γι­να μού­σκε­μα. Φο­βή­θη­κα νὰ ἀ­κο­λου­θή­σω τὸν συ­νη­θι­σμέ­νο μου δρό­μο κά­τω ἀ­πὸ τὶς με­γά­λες πεῦ­κες καὶ ἔ­τσι πῆ­ρα τὴν γυ­μνὴ δη­μο­σιά, ποὺ κα­τα­λή­γει στὸ χω­ριό. Στὸ χτῆ­μα ἔ­φτα­σα τὴν ὥ­ρα ποὺ ἔ­βγαι­νε πά­λι ὁ ἥ­λιος, καὶ μπῆ­κα μέ­σα σκαρ­φα­λώ­νον­τας πά­νω ἀ­πὸ τὸ με­γά­λο πορ­τό­νι μὲ τὶς βρε­μέ­νες ρο­δο­δάφ­νες. Στὸ πε­ρι­βό­λι ὅ­λα ἦ­ταν γα­λή­νια, φρε­σκο­πλυ­μέ­να καὶ κα­τα­πρά­σι­να, οἱ ἀ­χλα­δι­ές εἶ­χαν ἀ­κό­μα με­ρι­κὰ ἄν­θη, στὰ φύλ­λα τους κρα­τοῦ­σαν χον­τρὲς στα­γό­νες τῆς βρο­χῆς ποὺ γι­ά­λι­ζαν σὰν χάν­τρες. Ἡ τε­λευ­ταί­α βρο­χὴ τῆς χρο­νιᾶς, σκέ­φτη­κα. Τό­τε εἶ­δα τὴν Ἑ­λέ­νη. Ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὸν κῆ­πο κρα­τών­τας στὸ χέ­ρι ἕ­να με­γά­λο ἄ­σπρο τρι­αν­τά­φυλ­λο. Ἐρ­χό­ταν πρὸς τὸ μέ­ρος μου ἀρ­γά, ὁ ἥ­λιος στε­φά­νω­νε τὰ μαλ­λιά της, κά­τω ἀ­πὸ τὴν μαύ­ρη πο­διά της πρό­βα­λαν δυ­ὸ ὁ­λο­στρόγ­γυ­λα βυ­ζιά.
         Γύ­ρε­ψα μιὰ πρό­φα­ση νὰ τὰ πιά­σω. Ἑ­λέ­νη, τῆς εἶ­πα, για­τὶ δὲν ἔρ­χε­σαι νὰ σοῦ δί­νω τρι­αν­τά­φυλ­λα , πί­σω ἀ­πὸ κεί­νη τὴν πα­σχα­λιὰ ὁ πα­τέ­ρας μου ἔ­χει φυ­τέ­ψει μιὰ τρι­αν­ταφυλ­λιὰ κα­τα­κί­τρι­νη. Θέ­λω, μοῦ λέ­ει, τὸ τε­τρά­διό σου τῆς Γε­ω­λο­γί­ας, θὰ σοῦ τὸ φέ­ρω τὴν Πα­ρα­σκευ­ή. Τὸ πῆ­ρε κι ἔ­φυ­γε λέ­γον­τας σὲ εὐ­χα­ρι­στῶ πο­λὺ καὶ τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ μοῦ τό­φε­ρε ὁ ἀ­δελ­φός της, ἕ­νας τσό­γλα­νος κα­μιὰ δω­δε­κα­ριὰ χρο­νῶν, ψη­λό­τε­ρος ἀ­πὸ μέ­να δυ­ὸ κε­φά­λια, μαλ­λια­ρός, μὲ μιὰ χον­τρὴ μο­νο­κόμ­μα­τη φω­νή.
        Ἕνα με­ση­μέ­ρι κα­θό­μουν κά­τω ἀ­πὸ ἕ­να δέν­τρο καὶ δι­ά­βα­ζα. Δί­πλα μου εἶ­χα μιὰ στά­μνα μὲ νε­ρό, ἔ­κα­νε ζέ­στη, κά­θε τό­σο ἔ­πι­να λί­γο νε­ρὸ καὶ ὕ­στε­ρα κα­τά­βρε­χα λίγο τὴ γῆ. Τὸ χῶ­μα εἶ­χε σκά­σει σὲ με­γά­λα κομ­μά­τια, ὅ­ταν τὸ πό­τι­ζα θρυμ­μα­τι­ζό­ταν ἀ­φή­νον­τας μιὰ εὐ­χά­ρι­στη, βα­ρειὰ μυ­ρου­διά.
        Ἄ­κου­σα βή­μα­τα στὰ χα­λί­κια κι ὅ­ταν σή­κω­σα τὸ κε­φά­λι μου, εἶ­δα νὰ ἔρ­χε­ται ἡ Ἑ­λέ­νη, ντυ­μέ­νη μὲ ἕ­να πε­ρί­ερ­γο φό­ρε­μα γε­μά­το πο­λύ­χρω­μα λου­λού­δια. Θέ­λω πά­λι ἐ­κεῖ­νο τὸ τε­τρά­διο τῆς Γε­ω­λο­γί­ας, μοῦ εἶ­πε καὶ μὲ κοί­τα­ξε μὲ ἕ­να ἀ­πλα­νὲς χα­μό­γε­λο, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να πλα­νιό­ταν πέ­ρα δῶ­θε κι ἅ­πλω­νε τὰ χέ­ρια της νὰ φθά­σει ἕ­να κλα­δὶ τοῦ δέν­τρου. Δὲν τὸ ἔ­χω, τῆς εἶ­πα, θὰ μοῦ τὸ φέ­ρει ὁ Τά­κης τὸ ἀ­πό­γευ­μα, ἔ­λα νὰ δι­α­βά­σου­με μα­ζί. Ἡ Ἑ­λέ­νη ἔ­πια­σε τὸ κλα­δί, τὸ ἅρ­πα­ξε μὲ τὰ δυ­ό της χέ­ρια καὶ ἔ­κα­νε μιὰ μᾶλ­λον ἀ­δέ­ξια ἕλ­ξη, τεν­τώ­νον­τας νω­χε­λι­κὰ τὸ κορ­μί της. Ὕ­στε­ρα πή­δη­σε, τί­να­ξε τὸ κε­φά­λι νὰ δι­ορ­θώ­σει τὰ μαλ­λιά της κι ἔ­φυ­γε. Μὴ μὲ πε­ρι­μέ­νεις, μοῦ φώ­να­ξε.
        Τὸ ἀ­πό­γευ­μα πῆ­ρα τὰ βι­βλί­α μου καὶ πῆ­γα στὸ ἀμ­πέ­λι. Ἄρ­χι­σε κι­ό­λας νὰ παίρ­νει τὴ γνώ­ρι­μη μυ­ρου­διά του τὸ κλῆ­μα.Τῆς Ἁ­για Μα­ρί­νας ρό­γα καὶ τ’ Ἁ­η­λιὸς στα­φύ­λι, ἔ­λε­γε ἡ για­γιά μου. Ἔ­φε­ρα στὸ μυα­λό μου τὶς ρό­γες τῆς Ἑ­λέ­νης. Ἐ­κεί­νη ἦρ­θε σὲ λί­γο φο­ρών­τας μιὰ στε­νὴ χα­κὶ φού­στα καὶ ἄ­σπρο που­κά­μι­σο χω­ρὶς σου­τι­έν. Θέ­λεις νὰ φᾶ­με κα­νέ­να σύ­κο, τῆς εἶ­πα καὶ τὴν πῆ­γα στὴν ἄ­κρη τοῦ ἀμ­πε­λιοῦ. Τὰ πρῶ­τα σύ­κα εἴ­χα­νε ἤ­δη γίνει, οἱ φρα­κα­σά­νες ὅ­πως τὰ ἔ­λε­γαν. Με­γά­λα ἴ­σα­με ἕ­να πορ­το­κά­λι, ἀ­πὸ τὴν τρύ­πα τους κρε­μό­ταν μιὰ στα­γό­να πη­χτὸ μέ­λι μὲ κα­φὲ χρῶμα. Ἔ­βα­λα τὴν Ἑ­λέ­νη νὰ κα­θή­σει, τῆς ἔ­φε­ρα σύ­κα καὶ τῆς ἄ­νοι­ξα τὸ κουμ­πὶ ἀ­πὸ τὸ ἄ­σπρο της που­κά­μι­σο. Τὸ δε­ξί της βυ­ζὶ γλί­στρη­σε ἔ­ξω, ἦ­ταν λι­γό­τε­ρο στρογ­γυ­λὸ ἀ­π’ ὅ­σο τὸ φαν­τά­στη­κα, ἡ ρό­γα του κά­πως κω­νι­κή. Ἅ­πλω­σα τὸ χέ­ρι μου καὶ κεί­νη ἔ­σκυ­ψε ὁ­λό­τε­λα πρὸς τὸ μέ­ρος μου. Φράπ, ἀ­κού­στη­κε τό­τε στὸ φρά­χτη καὶ φά­νη­κε ὁ τσό­γλα­νος, ὁ ἀ­δελ­φός της, ψη­λὸς καὶ κα­κο­βι­δω­μέ­νος. Ἡ Ἑ­λέ­νη κουμ­πώ­θη­κε βι­α­στι­κά, ἄ­νοι­ξε ἕ­να βι­βλί­ο καὶ ἄρ­χι­σε νὰ δι­α­βά­ζει, ἐ­μέ­να τὰ πό­δια μου ἔ­τρε­μαν. Ὁ ἀ­δελ­φός της μᾶς χαι­ρέ­τη­σε με­θ’ ὑ­πο­κλί­σε­ως, σάλ­τα­ρε στὴ συ­κιὰ κι ἄρ­χι­σε νὰ τρώ­ει φρα­κα­σά­νες. Ἡ Ἑ­λέ­νη ἀ­πό­φευ­γε νὰ μὲ κοι­τά­ξει, γύ­ρι­ζε τὶς σε­λί­δες τοῦ βι­βλί­ου καὶ κά­θε τό­σο ἴ­σι­ω­νε τὴ φού­στα της. Ἀρ­γό­τε­ρα ση­κώ­θη­κε καὶ περ­πα­τή­σα­με μα­ζὶ πιὸ πέ­ρα. Μπή­κα­με σὲ ἕ­να με­γά­λο λάκ­κο ἀ­νά­με­σα σὲ κλή­μα­τα, τὸν εἴ­χα­με σκά­ψει στὴν Κα­το­χὴ καὶ κρύ­ψα­με μέ­σα χαλ­κώ­μα­τα καὶ ὅ­πλα. Δο­κί­μα­σα νὰ πιά­σω πά­λι τὸ βυ­ζὶ τῆς Ἑ­λέ­νης, ἐ­κεί­νη τρα­βή­χτη­κε, για­τὶ πα­ρα­σύ­ρε­σαι, μοῦ εἶ­πε. Μά­ζε­ψε τά βι­βλί­α της, φώ­να­ξε τὸν ἀ­δελ­φό της καὶ ἔ­φυ­γε. Ἐ­κεῖ­νος πή­δη­σε ἀρ­γὰ ἀ­πὸ τὸ δέν­τρο, μὲ πα­ρα­τή­ρη­σε μὲ βλέμ­μα κά­πως μυ­στή­ριο κι ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε χω­ρὶς νὰ μὲ χαι­ρε­τή­σει, τρώ­γον­τας φρα­κα­σά­νες.
   (1962)




ΤΡΑΜΑΚΙΑ









Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

Monte Carlo Simulation












Όσα δεν δύναται η σκέψις
Φτερουγίζουν γύρω μας
Σαν όρνεα αυγουστιάτικα
Φεγγάρια φωτός. Αποσπερίτες
Οι αποστάσεις του βλέμματος
φθίνουν
'Εως ότου επέλθει η τύφλωσις

19-03-1988

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

ΕΝΘΟΥΣΙΩΔΗΣ


Ενθουσιώδης. Αυτή τη λέξη βρήκα για να τον χαρακτηρίσω. Σκοτώθηκε την ίδια ημερομηνία με τον πατέρα μου: 22 Δεκεμβρίου. Με διαφορά 28 χρόνια. Ο πατέρας μου δε σκοτώθηκε. Πέθανε ξαφνικά από καρδιά. Κάποτε πήγαμε στο σπίτι του και μου έκανε εντύπωση πώς καθόταν ο πατέρας του πάνω στο ντιβάνι της κουζίνας. Ενώ η μασίνα έκαιγε δυνατά. Πέρυσι όταν πήγα στην Κωνσταντινούπολη, δε θυμάμαι πού, μάλλον σε κάποιο μουσείο, είδα κάτι γκραβούρες που έδειχναν πασάδες να κάθονται με τον ίδιο τρόπο. Ανατολίτικος τρόπος μάλλον. Στον τοίχο πρέπει να υπήρχε κρεμασμένο κι ένα κιλίμι. Πολύχρωμο. Η οικογένειά του πρόσφυγες από τον Πόντο. Όταν ήμουν μικρός, θυμάμαι τους μεγαλύτερους, όταν πλένονταν στη βρύση, να δίνουν μεγάλη έμφαση στην περιοχή πίσω από τα αφτιά. Άλλη ανατολίτικη συνήθεια. Δεν είμαι σίγουρος αν τότε που πήγα στο σπίτι του είχε πεθάνει ήδη ο πατέρας μου. Κάθισα μια βραδιά στο σπίτι του. Επαρχία. Την εποχή εκείνη τη μισούσα. Κυρίως το χωριό της μάνας μου. Δεν ήθελα να πηγαίνω εκεί. Τότε συνήθως στις κουζίνες υπήρχε ένα ντιβάνι. Αυτά που είχαν μεταλλικό σκελετό και λάμες με σούστες. Από πάνω ένα στρώμα βαμβακερό, σαν εκείνα που τα αφράτευαν οι παπλωματάδες. Κάποτε είχα δει έναν επί το έργο και μου έκανε εντύπωση. Σε τέτοιο ντιβάνι κοιμόμουν όταν ήμουν παιδί. Η μάνα μου κάτω από το στρώμα έβαζε κιλίμια. Υφαντά. Τα είχε υφάνει μόνη της στα νιάτα της. Η κηδεία ήταν Κυριακή. Μου τηλεφώνησε το Σάββατο το απόγευμα ένας κοινός φίλος. Τράκαρε μάλλον με τη μηχανή, πρέπει να πάμε, μου είπε. Τελικά πήγα με κάποιον άλλον. Είχε ήλιο εκείνη τη μέρα. Μου πήρε σχεδόν μιάμιση ώρα να διασχίσω την Τσιμισκή. Πολύς κόσμος στην κηδεία. Φτάσαμε περίπου μισή ώρα πριν τον φέρουν. Οι γονείς του ζούσαν και οι δύο. Γέροι. Ο πατέρας του φώναξε κάτι όταν τον έφεραν. Δεν κατάλαβα. Εφτά παπάδες. Η γυναίκα του. Τα παιδιά δεν τα έφεραν στην εκκλησία. Όσο κρατούσε η τελετή έρχονταν στο νου μου διάφορα. Το παθαίνω κάθε φορά που είμαι στην εκκλησία. Τελευταία φορά μιλήσαμε στο τηλέφωνο στη γιορτή μου. Λίγες μέρες πριν. Όταν ήρθε η ώρα να τον χαιρετήσουμε, του έπιασα το κρύο μέτωπο και το φίλησα. Στο μέτωπο είχε σημάδια από το χτύπημα. Αποτύπωμα της επένδυσης του κράνους. Πολύς κόσμος. Δε μείναμε στην ταφή. Ο άλλος ήθελε να φύγουμε. Δικό του το αυτοκίνητο, οπότε υπέκυψα. Στην επιστροφή σταματήσαμε στα Γιαννιτσά για καφέ. Στον κεντρικό πεζόδρομο είδα το παγοδρόμιο. Εκεί που χθες πέθανε μια δωδεκάχρονη. Τα αίτια ερευνώνται, έγραφε η είδηση. Τα Γιαννιτσά ήταν σπουδαία πόλη σε άλλες εποχές. Μετά τα Γιαννιτσά είχε σχεδόν βραδιάσει. Όταν είμαστε φοιτητές, έμενε σε ένα ημιυπόγειο κοντά στο πανεπιστήμιο. Τότε γνώρισε τη γυναίκα του. Από πάνω ζούσε ένας λαχειοπώλης, χαρακτηριστική φιγούρα της πόλης εκείνη την περίοδο. Περπατούσε με πατερίτσες. Αρχές της δεκαετίας του 80. Ο λαχειοπώλης έτρωγε πολύ ξύλο από τη γυναίκα του. Τη συμβία του, αν δεν ήταν παντρεμένοι. Αυτός ανήμπορος, αυτή νταρντάνα. Πρέπει να της έκρυβε λεφτά. Τους ακούγαμε τα βράδια. Πέμπτη ή Παρασκευή πριν την κηδεία, δε θυμάμαι πώς το’ φερε η κουβέντα, έλεγα σε συναδέλφους στη δουλειά την ιστορία με το λαχειοπώλη. Δίπλα στο ημιυπόγειο διαμέρισμα, σε ένα μικρότερο, έμενε μια κοπέλα. Φοιτήτρια από την Αθήνα. Η Μαρία. Κάποια βραδιά μείναμε ξύπνιοι στο σπίτι του μέχρι το πρωί. Όταν ξημέρωσε μου λέει. Πάμε στο Φίλυρο; Πήγαμε μέχρι την Αριστοτέλους με τα πόδια. Εκεί, στη στάση μπροστά στο ζαχαροπλαστείο "Κοζάνη", πήραμε το αστικό. Ενθουσιώδης. Αυτό ήταν. Και ήταν φορές που τον ζήλευα γι' αυτό.